Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Ενούμα Έλις-πρώτο μέρος


nû  ma 
liš 



Ελληνική και Αγγλική Μετάφραση

Ι     ΙI     ΙII     ΙV     V          VIΙ


Πινακίδα I
1 Όταν επάνω οι ουρανοί δεν υπήρχαν When the heavens above did not exist,
2 Και η γη κάτω ακόμα δεν είχε εμφανιστεί— And earth beneath had not come into being—
3 Υπήρχε ο Απσού, ο πρώτος στη σειρά, ο γεννήτοράς τους, There was Apsû, the first in order, their begetter,
4 Και η δημιουργός Τιαμάτ, που τα γέννησε όλα. And demiurge Tia-mat, who gave birth to them all;
5 Είχαν αναμείξει τα νερά τους μαζί They had mingled their waters together
6 Προτού να σχηματιστούν τα λιβάδια και εμφανιστούν οι καλαμιές— Before meadow-land had coalesced and reed-bed was to he found—
7 Όταν κανένας από τους θεούς δεν είχε σχηματιστεί When not one of the gods had been formed
8 Ή υπήρχε ακόμα, όταν δεν είχαν αποφασιστεί ακόμη μοίρες, Or had come into being, when no destinies had been decreed,
9 Οι θεοί δημιουργήθηκαν μέσα τους: The gods were created within them:
10 Ο Λαχμού και η Λαχαμού σχηματίστηκαν και δημιουργήθηκαν. Laḫmu and Laḫamu were formed and came into being.
11 Ενώ αναπτύσσονταν και μεγάλωναν σε ανάστημα While they grew and increased in stature
12 Δημιουργήθηκαν ο Ανσάρ και η Κισάρ, που ήταν ανώτεροί τους. Anšar and Kišar, who excelled them, were created.
13 Μάκραιναν οι μέρες τους και αυξάνονταν τα χρόνια τους. They prolonged their days, they multiplied their years.
14 Ο Άνου, ο υιός τους, μπορούσε να συναγωνιστεί τους γονείς του. Anu, their son, could rival his fathers
15 Ο Άνου, ο υιός, ήταν ισάξιος του Ανσάρ, Anu, the son, equalled Anšar,
16 Και ο Άνου γέννησε τον Νούντιμμουντ, ισάξιο με τον εαυτό του. And Anu begat Nudimmud, his own equal.
17 Ο Νούντιμμουντ ήταν υπέρμαχος των πατέρων του: Nudimmud was the champion among his fathers:
18 Βαθειά οξυδερκής, σοφός και ρωμαλέος· Profoundly discerning, wise, of robust strength;
19 Πολύ δυνατότερο από το γεννήτορα του πατέρα του, τον Ανσάρ Very much stronger than his father’s begetter, Anšar
20 Δεν είχε κανέναν ισάξιο μεταξύ των θεών, των αδερφών του. He had no rival among the gods, his brothers.
21 Τα θεϊκά αδέλφια συγκεντρώθηκαν, The divine brothers came together,
22 Οι φωνές τους δυνάμωσαν και προκάλεσαν αναταραχή στην Τιαμάτ. Their clamour got loud, throwing Tia-mat into a turmoil.
23 Εκνεύρισαν την Τιαμάτ They jarred the nerves of Tia-mat,
24 Και ο χορός τους σκόρπισε αναστάτωση στην Αντουρούνα. And by their dancing they spread alarm in Anduruna.
25 Ο Απσού δεν μείωσε τη φασαρία τους, Apsû did not diminish their clamour,
26 Και η Τιαμάτ ήταν σιωπηλή όταν [αποφάσισε] να τους αντιμετωπίσει. And Tia-mat was silent when confronted with them.
27 Η συμπεριφορά τους δεν της ήταν αρεστή, Their conduct was displeasing to her,
28 Αλλά αν και η συμπεριφορά τους δεν ήταν καλή, ήθελε να τους λυπηθεί [και να τους χαρίσει τη ζωή]. Yet though their behaviour was not good, she wished to spare them.
29 Αμέσως μετά ο Απσού, ο γεννήτορας των μεγάλων θεών, Thereupon Apsû, the begetter of the great gods,
30 Κάλεσε τον Μούμμου, το βεζύρη του, και του είπε, Called Mummu, his vizier, and addressed him,
31 “Βεζύρη Μούμμου, που ικανοποιείς τις επιθυμίες μου, “Vizier Mummu, who gratifies my pleasure,
32 Έλα, ας πάμε στην Τιαμάτ!” Come, let us go to Tia-mat!”
33 Πήγαν και έκατσαν μπροστά από την Τιαμάτ, They went and sat, facing Tia-mat,
34 Καθώς συζητούσαν για τους θεούς, τους υιούς τους. As they conferred about the gods, their sons.
35 Ο Απσού άνοιξε το στόμα του Apsû opened his mouth
36 Και απευθύνθηκε στην Τιαμάτ And addressed Tia-mat
37 “Η συμπεριφορά τους με δυσαρεστεί “Their behaviour has become displeasing to me
38 Και δεν μπορώ να ξεκουραστώ την ημέρα ή να κοιμηθώ τη νύχτα. And I cannot rest in the day-time or sleep at night.
39 Θα καταστρέψω και θα διαλύσω τον τρόπο ζωής τους I will destroy and break up their way of life
40 Ώστε να βασιλέψει ησυχία και να μπορούμε να κοιμηθούμε.” That silence may reign and we may sleep.”
41 Όταν η Τιαμάτ το άκουσε αυτό When Tia-mat heard this
42 Θύμωσε και φώναξε στο σύζυγό της, She raged and cried out to her spouse,
43 Φώναξε θλιμμένη, συγκρατώντας την αγανάκτησή της, She cried in distress, fuming within herself,
44 Θρηνούσε για το κακό (που σχεδιαζόταν), She grieved over the (plotted) evil,
45 “Πώς μπορούμε να καταστρέψουμε ό,τι γεννήσαμε; “How can we destroy what we have given birth to?
46 Αν και η συμπεριφορά τους μας θλίβει, ας επιβάλουμε περισσότερη πειθαρχία σπλαχνικά.” Though their behaviour causes distress, let us tighten discipline graciously.”
47 Ο Μούμμου άρχισε να μιλάει συμβουλευτικά προς τον Απσού Mummu spoke up with counsel for Apsû—
48 Η συμβουλή του Μούμμου ήταν (ως από) ατίθασο βεζύρη— (As from) a rebellious vizier was the counsel of his Mummu—
49 “Κατέστρεψέ, ω πατέρα μου, την άνομη ζωή τους, “Destroy, my father, that lawless way of life,
50 Για να μπορείς να ξεκουραστείς τη μέρα και να κοιμηθείς τη νύχτα!” That you may rest in the day-time and sleep by night!”
51 Ο Απσού ευχαριστήθηκε, το πρόσωπό του έλαμψε Apsû was pleased with him, his face beamed
52 Γιατί είχε σχεδιάσει κακό κατά των θεών, των υιών του. Because he had plotted evil against the gods, his sons.
53 Ο Μούμμου τύλιξε τα χέρια γύρω από το λαιμό του Απσού, Mummu put his arms around Apsû’s neck,
54 Έκατσε στα γόνατά του φιλώντας τον. He sat on his knees kissing him.
55 Αυτό που σχεδιάσανε στη σύναξή τους What they plotted in their gathering
56 Μαθεύτηκε από τους θεούς, τους υιούς τους. Was reported to the gods, their sons.
57 Το άκουσαν οι θεοί και τρελάθηκαν από την ανησυχία. The gods heard it and were frantic.
58 Κατελήφθησαν από σιγή και καθήσαν σιωπηλοί.. They were overcome with silence and sat quietly.
59 Ο Έα, που υπερτερούσε στη γνώμη, ο ικανός και ο πολυμαθής, Ea, who excels in knowledge, the skilled and learned,
60 Ο Έα, που γνωρίζει τα πάντα, κατάλαβε τα κόλπα τους. Ea, who knows everything, perceived their tricks.
61 Το σχεδίασε και το έκανε να συμπεριλαμβάνει τα πάντα, He fashioned it and made it to be all-embracing,
62 Το εκτέλεσε με επιδεξιότητα ως υπέρτατο—το αγνό του ξόρκι. He executed it skilfully as supreme—his pure incantation.
63 Το απήγγειλε και το έριξε στα νερά, He recited it and set it on the waters,
64 Έχυσε ύπνο πάνω του και κοιμότανε βαθειά. He poured sleep upon him as he was slumbering deeply.
65 Έριξε τον Απσού σε βαθύ ύπνο καθώς έχυνε ύπνο, He put Apsû to slumber as he poured out sleep,
66 Και ο Μούμμου, ο σύμβουλος, είχε μείνει άφωνος με ανησυχία. And Mummu, the counsellor, was breathless with agitation.
67 Έσχισε τα εντόσθια (του Απσού), έβγαλε με βία το στέμμα του, He split (Apsû’s) sinews, ripped off his crown,
68 Αφαίρεσε την αύρα του και τη φόρεσε αυτός. Carried away his aura and put it on himself.
69 Έδεσε τον Απσού και τον σκότωσε· He bound Apsû and killed him;
70 Τον Μούμμου τον φυλάκισε και του συμπεριφέρθηκε άσχημα. Mummu he confined and handled roughly.
71 Τοποθέτησε την κατοικια του επάνω στον Απσού, He set his dwelling upon Apsû,
72 Και άρπαξε τον Μούμμου, κρατώντας στο χέρι το σχοινί με τον κρίκο [που ήταν περασμένος στη μύτη του]. And laid hold on Mummu, keeping the nose-rope in his hand.
73 Αφού ο Έα είχε δέσει και σφάξει τους εχθρούς του, After Ea had bound and slain his enemies,
74 και είχε πετύχει νίκη κατά των εχθρών του, Had achieved victory over his foes,
75 Αναπαύθηκε ήσυχα στο θάλαμό του, He rested quietly in his chamber,
76 Τον ονόμασε [το θάλαμο] Απσού, του οποίου τους ιερούς τόπους καθόρισε, He called it Apsû, whose shrines he appointed.
77 Έπειτα έστησε την κατοικία του μέσα του, Then he founded his living-quarters within it,
78 Και ο Έα και η Νταμκίνα, η σύζυγός του, κάθησαν στη μεγαλοπρέπεια. And Ea and Damkina, his wife, sat in splendour.
79 Στο θάλαμο των πεπρωμένων, στο δωμάτιο των αρχέτυπων, In the chamber of the destinies, the room of the archetypes,
80 Ο σοφότερος των σοφών, ο σοφός των θεών, ο Μπελ συνελήφθη. The wisest of the wise, the sage of the gods, Be-l was conceived.
81 Στον Απσού γεννήθηκε ο Μαρντούκ, In Apsû was Marduk born,
82 Στον αγνό Απσού γεννήθηκε ο Μαρντούκ. In pure Apsû was Marduk born.
83 Γεννήθηκε από τον πατέρα του, τον Έα, Ea his father begat him,
84 Ετίχθη από τη μητέρα του, τη Νταμκίνα. Damkina his mother bore him.
85 Βύζαξε τα στήθη από θεές, He sucked the breasts of goddesses,
86 Μια μαία τον μεγάλωσε και τον έκανε τρομερό. A nurse reared him and filled him with terror.
87 Το σώμα του ήταν καλά σχηματισμένο, η ματιά ήταν αστραφτερή, His figure was well developed, the glance of his eyes was dazzling,
88 Έγινε μεγάλος άντρας, ήταν πανίσχυρος από την αρχή. His growth was manly, he was mighty from the beginning.
89 Ο Άνου, ο γεννήτορας του πατέρα του, τον είδε, Anu, his father’s begetter, saw him,
90 Αγαλλίασε και χαμογέλασε· η καρδιά του γέμισε χαρά. He exulted and smiled; his heart filled with joy.
91 Ο Άνου τον έκανε τέλειο: Η θεϊκότητά του ήταν εκπληκτική, Anu rendered him perfect: his divinity was remarkable,
92 Και έγινε αγέρωχος, ξεπερνώντας τους με τις ιδιότητές του. And he became very lofty, excelling them in his attributes.
93 Τα μέλη του ήταν αδιανόητα υπέροχα, His members were incomprehensibly wonderful,
94 Αδύνατον να συλληφθούν με το μυαλό, δύσκολο ακόμα και να τα κοιτάξει κανείς. Incapable of being grasped with the mind, hard even to look on.
95 Τέσσερα ήταν τα μάτια του, τέσσερα τα αυτιά του, Four were his eyes, four his ears,
96 Φλόγα πεταγότανε όταν κουνούσε τα χείλη του. Flame shot forth as he moved his lips.
97 Τα τέσσερα αυτιά του μεγάλωσαν, His four ears grew large,
98 Και τα μάτια του ομοίως “ρουφούσανε” τα πάντα. And his eyes likewise took in everything.
99 Η κορμοστασιά του ήταν ψηλή και ανώτερη σε σύγκριση με τους άλλους θεούς, His figure was lofty and superior in comparison with the gods,
100 Τα άκρα του υπερείχαν, η φύση του ήταν ανώτερη. His limbs were surpassing, his nature was superior.
101 Μαριούτου, Μαριούτου ‘Mari-utu, Mari-utu,
102 Ο Υιός, ο θεός του Ήλιου, ο θεός του Ήλιου των θεών’ The Son, the Sun-god, the Sun-god of the gods.’
103 Ήταν ντυμένος με την αύρα των Δέκα Θεών, τόσο θαυμαστή ήταν η δύναμή του, He was clothed with the aura of the Ten Gods, so exalted was his strength,
104 Τα Πενήντα Δέη είχαν τοποθετηθεί επάνω του. The Fifty Dreads were loaded upon him.
105 Ο Άνου σχημάτισε και γέννησε τους τέσσερις ανέμους, Anu formed and gave birth to the four winds,
106 Τους έδωσε σ’αυτόν, “Ω υιέ μου, ας τους να φυσάνε!” He delivered them to him, “My son, let them whirl!”
107 Δημιούργησε σκόνη και έβαλε μια θύελλα να την οδηγεί, He formed dust and set a hurricane to drive it,
108 Έφτιαξε ένα κύμα για να προκαλέσει αναταραχή στην Τιαμάτ. He made a wave to bring consternation on Tia-mat.
109 Η Τιαμάτ σάστισε· μέρα και νύχτα ήταν σε αλλόφρονα κατάσταση. Tia-mat was confounded; day and night she was frantic.
110 Οι θεοί δεν ξεκουράζονταν . . . . . . . The gods took no rest, they . . . . . . .
111 Στο μυαλό τους σχεδιάζανε κακό, In their minds they plotted evil,
112 Και απευθύνθηκαν στην μητέρα τους, την Τιαμάτ, And addressed their mother Tia-mat,
113 “Όταν ο Απσού, ο σύζυγός σου, σκοτώθηκε, “When Apsû, your spouse, was killed,
114 Εσύ δεν πήγες στο πλευρό του, αλλά κάθησες αθόρυβα. You did not go at his side, but sat quietly.
115 Οι τέσσερις φοβεροί άνεμοι έχουν φτιαχτεί The four dreadful winds have been fashioned
116 Για να σου προκαλέσουν σύγχηση και εμείς δεν μπορούμε να κοιμηθούμε. To throw you into confusion, and we cannot sleep.
117 Δε σκέφτηκες καθόλου τον Απσού, το σύζυγό σου, You gave no thought to Apsû, your spouse,
113 Ούτε τον Μούμμου, που είναι φυλακισμένος. Τώρα κάθεσαι μόνη σου. Nor to Mummu, who is a prisoner. Now you sit alone.
119 Από εδώ και πέρα θα βρίσκεσαι σε αλλόφρονα ανησυχία! Henceforth you will be in frantic consternation!
120 Και όσο για μας, που δε μπορούμε να ξεκουραστούμε, δε μας αγαπάς! And as for us, who cannot rest, you do not love us!
121 Σκέψου το πρόβλημά μας, τα μάτια μας είναι κούφια [από την αϋπνία] Consider our burden, our eyes are hollow.
122 Σπάσε τον ακίνητο ζυγό, ώστε να μπορέσουμε να κοιμηθούμε Break the immovable yoke that we may sleep.
123 Κάνε πόλεμο, πάρε εκδίκηση γι’αυτούς! Make battle, avenge them!
124 [ . . ] . . . . μείωσε στο τίποτα! [ . . ] . . . . reduce to nothingness!
125 Η Τιαμάτ άκουσε, τα λόγια την ευχαρίστησαν, Tia-mat heard, the speech pleased her,
126 (Είπε,) “Ας φτιάξουμε δαίμονες, [όπως εσείς με] συμβουλέψατε.” (She said,) “Let us make demons, [as you] have advised.”
127 Οι θεοί συγκεντρώθηκαν μέσα της The gods assembled within her.
128 Συνέλαβαν [κακό] κατά των θεών, των γεννητόρων τους. They conceived [evil] against the gods their begetters.
129 Αυτοί . . . . . και πήραν το μέρος της Τιαμάτ, They . . . . . and took the side of Tia-mat,
130 Κάναν άγρια σχέδια, ακοίμητοι μέρα και νύχτα Fiercely plotting, unresting by night and day,
131 Με όρεξη για μάχη, οργισμένοι, θυελλώδεις, Lusting for battle, raging, storming,
132 Έστησαν έναν στρατό για να προκαλέσουν σύγκρουση. They set up a host to bring about conflict.
133 Η Μητέρα Χούμπουρ, που δημιουργεί τα πάντα, Mother Ḫubur, who forms everything,
134 Προμήθευσε ανίκητα όπλα και γέννησε γιγάντια ερπετά. Supplied irresistible weapons, and gave birth to giant serpents.
135 Είχαν κοφτερά δόντια, ήταν δίχως έλεος . . . . They had sharp teeth, they were merciless . . . .
136 Με δηλητήριο αντί για αίμα γέμισε τα σώματά τους. With poison instead of blood she filled their bodies.
137 Έντυσε τα φοβερά τέρατα με δέος, She clothed the fearful monsters with dread,
138 Τα φόρτωσε με μία αύρα και τα έκανε σαν θεούς. She loaded them with an aura and made them godlike.
139 (Είπε,) “Όποιος τα βλέπει, ας πεθαίνει αδύναμος, (She said,) “Let their onlooker feebly perish,
140 Είθε δαρκώς να ορμάνε εμπρός και ποτέ να μην οπισθοχωρούν” May they constantly leap forward and never retire.”
141 Δημιούργησε την Ύδρα, το Δράκοντα, τον Τριχωτό Ήρωα She created the Hydra, the Dragon, the Hairy Hero
142 Το Μεγάλο Δαίμονα, τον Άγριο Σκύλο και τον Άνθρωπο-Σκορπιό, The Great Demon, the Savage Dog, and the Scorpion-man,
143 Άγριους δαίμονες, τον Άνθρωπο-Ψάρι και τον Άνθρωπο-Ταύρο Fierce demons, the Fish-man, and the Bull-man,
144 Που φέρουνε όπλα δίχως έλεος, άφοβοι μπροστά στη μάχη. Carriers of merciless weapons, fearless in the face of battle.
145 Οι εντολές της ήταν τρομερές και δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Her commands were tremendous, not to be resisted.
146 Συνολικά έφτιαξε έντεκα από εκείνο το είδος. Altogether she made eleven of that kind.
147 Μεταξύ των θεών, των υιών της, που αποτελούσαν το στρατό της, Among the gods, her sons, whom she constituted her host,
148 Εξήρε τον Κίνγκου και τον ύψωσε ανάμεσά τους. She exalted Qingu, and magnified him among them.
149 Τη διοίκηση του στρατού, την κατεύθυνση της ορδής, The leadership of the army, the direction of the host,
150 Το ποιος θα έφερε ποιο όπλο, την εκστρατεία, την έναρξη της σύγκρουσης, The bearing of weapons, campaigning, the mobilization of conflict,
151 Την πρώτη εξουσία στη μάχη, την υπέρτατη διοίκηση, The chief executive power of battle, supreme command,
152 Την εμπιστεύτηκε σ’αυτόν και τον έβαλε σε ένα θρόνο, She entrusted to him and set him on a throne,
153 “Έριξα ένα ξόρκι για σένα και σε ανύψωσα πάνω από όλους στη στρατιά των θεών, “I have cast the spell for you and exalted you in the host of the gods,
154 Σου παρέδωσα τη διοίκηση όλων των θεών. I have delivered to you the rule of all the gods.
155 Είσαι πράγματι ένδοξος, ο σύζυγός μου, είσαι ξακουστός, You are indeed exalted, my spouse, you are renowned,
156 Είθε οι εντολές σου να επικρατήσουν σε όλους τους Ανουννάκι.” Let your commands prevail over all the Anunnaki.
157 Του έδωσε την Πινακίδα των Πεπρωμένων και την έδεσε στο στήθος του, She gave him the Tablet of Destinies and fastened it to his breast,
158 (Λέγοντας) “Η εντολή σου δεν μπορεί να αλλαχθεί· ας είναι τα λόγια του στόματός σου σταθερά.” (Saying) “Your order may not be changed; let the utterance of your mouth be firm.”
159 Αφού ο Κίνγκου υψώθηκε και απέκτησε τη δύναμη της βασιλείας, After Qingu was elevated and had acquired the power of Anuship
160 Διακήρυξε τις μοίρες των θεών, των υιών της: He decreed the destinies for the gods, her sons:
161 “Είθε τα λόγια του στόματός σας να υποτάξουν το θεό της φωτιάς, “May the utterance of your mouths subdue the fire-god,
162 Είθε το συγκεντρωμένο σας δηλητήριο να καταστείλει την έχθρα” May your poison by its accumulation put down aggression.”

Πινακίδα II
1 Η Τιαμάτ συγκέντρωσε τη δημιουργία της Tia-mat gathered together her creation
2 Και οργάνωση μάχη ενάντια στους θεούς, τους απογόνους της. And organised battle against the gods, her offspring.
3 Από εκείνο το σημείο και μετά η Τιαμάτ σχεδίαζε κακό εξαιτίας του Απσού Henceforth Tia-mat plotted evil because of Apsû
4 Μαθεύτηκε από τον Έα ότι είχε οργανώσει τη σύγκρουση. It became known to Ea that she had arranged the conflict.
5 Ο Έα άκουσε το για το ζήτημα, Ea heard this matter,
6 Έπεσε σε σιωπή στο δωμάτιό του και έμεινε ακίνητος. He lapsed into silence in his chamber and sat motionless.
7 Αφού το συλλογίστηκε καλά και ο θυμός του καταλάγιασε After he had reflected and his anger had subsided
8 Κατεύθυνε τα βήματά του προς τον Ανσάρ τον πατέρα του. He directed his steps to Anšar his father.
9 Βρέθηκε ενώπιον του πατέρα του, του γεννήτορά του, του Ανσάρ, He entered the presence of the father of his begetter, Anšar,
10 Και του διηγήθηκε τα πάντα για τα σχέδια της Τιαμάτ. And related to him all of Tia-mat’s plotting.
11 “Ω πατέρα μου, η Τιαμάτ η μητέρα μας έχει συλλάβει ένα μίσος για εμάς “My father, Tia-mat our mother has conceived a hatred for us,
12 Έχει φτιάξει μια στρατιά με το άγριο μένος της. She has established a host in her savage fury.
13 Όλοι οι θεοί έχουν στραφεί σ’αυτή All the gods have turned to her,
14 Ακόμα και εκείνοι που εσείς γεννήσατε παίρνουνε το μέρος της Even those you (pl.) begat also take her side

Επανάληψη στίχων Ι, 129-162
15 Αυτοί . . . . . και πήραν το μέρος της Τιαμάτ, They . . . . . and took the side of Tia-mat,
16 Κάναν άγρια σχέδια, ακοίμητοι μέρα και νύχτα Fiercely plotting, unresting by night and day,
17 Με όρεξη για μάχη, οργισμένοι, θυελλώδεις, Lusting for battle, raging, storming,
18 Έστησαν έναν στρατό για να προκαλέσουν σύγκρουση. They set up a host to bring about conflict.
19 Η Μητέρα Χούμπουρ, που δημιουργεί τα πάντα, Mother Ḫubur, who forms everything,
20 Προμήθευσε ανίκητα όπλα και γέννησε γιγάντια ερπετά. Supplied irresistible weapons, and gave birth to giant serpents.
21 Είχαν κοφτερά δόντια, ήταν δίχως έλεος . . . . They had sharp teeth, they were merciless . . . .
22 Με δηλητήριο αντί για αίμα γέμισε τα σώματά τους. With poison instead of blood she filled their bodies.
23 Έντυσε τα φοβερά τέρατα με δέος, She clothed the fearful monsters with dread,
24 Τα φόρτωσε με μία αύρα και τα έκανε σαν θεούς. She loaded them with an aura and made them godlike.
25 (Είπε,) “Όποιος τα βλέπει, ας πεθαίνει αδύναμος, (She said,) “Let their onlooker feebly perish,
26 Είθε δαρκώς να ορμάνε εμπρός και ποτέ να μην οπισθοχωρούν” May they constantly leap forward and never retire.”
27 Δημιούργησε την Ύδρα, το Δράκοντα, τον Τριχωτό Ήρωα She created the Hydra, the Dragon, the Hairy Hero
28 Το Μεγάλο Δαίμονα, τον Άγριο Σκύλο και τον Άνθρωπο-Σκορπιό, The Great Demon, the Savage Dog, and the Scorpion-man,
29 Άγριους δαίμονες, τον Άνθρωπο-Ψάρι και τον Άνθρωπο-Ταύρο Fierce demons, the Fish-man, and the Bull-man,
30 Που φέρουνε όπλα δίχως έλεος, άφοβοι μπροστά στη μάχη. Carriers of merciless weapons, fearless in the face of battle.
31 Οι εντολές της ήταν τρομερές και δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Her commands were tremendous, not to be resisted.
32 Συνολικά έφτιαξε έντεκα από εκείνο το είδος. Altogether she made eleven of that kind.
33 Μεταξύ των θεών, των υιών της, που αποτελούσαν το στρατό της, Among the gods, her sons, whom she constituted her host,
34 Εξήρε τον Κίνγκου και τον ύψωσε ανάμεσά τους. She exalted Qingu, and magnified him among them.
35 Τη διοίκηση του στρατού, την κατεύθυνση της ορδής, The leadership of the army, the direction of the host,
36 Το ποιος θα έφερε ποιο όπλο, την εκστρατεία, την έναρξη της σύγκρουσης, The bearing of weapons, campaigning, the mobilization of conflict,
37 Την πρώτη εξουσία στη μάχη, την υπέρτατη διοίκηση, The chief executive power of battle, supreme command,
38 Την εμπιστεύτηκε σ’αυτόν και τον έβαλε σε ένα θρόνο, She entrusted to him and set him on a throne,
39 “Έριξα ένα ξόρκι για σένα και σε ανύψωσα πάνω από όλους στη στρατιά των θεών, “I have cast the spell for you and exalted you in the host of the gods,
40 Σου παρέδωσα τη διοίκηση όλων των θεών. I have delivered to you the rule of all the gods.
41 Είσαι πράγματι ένδοξος, ο σύζυγός μου, είσαι ξακουστός, You are indeed exalted, my spouse, you are renowned,
42 Είθε οι εντολές σου να επικρατήσουν σε όλους τους Ανουννάκι.” Let your commands prevail over all the Anunnaki.
43 Του έδωσε την Πινακίδα των Πεπρωμένων και την έδεσε στο στήθος του, She gave him the Tablet of Destinies and fastened it to his breast,
44 (Λέγοντας) “Η εντολή σου δεν μπορεί να αλλαχθεί· ας είναι τα λόγια του στόματός σου σταθερά.” (Saying) “Your order may not be changed; let the utterance of your mouth be firm.”
45 Αφού ο Κίνγκου υψώθηκε και απέκτησε τη δύναμη της βασιλείας, After Qingu was elevated and had acquired the power of Anuship
46 Διακήρυξε τις μοίρες των θεών, των υιών της: He decreed the destinies for the gods, her sons:
47 “Είθε τα λόγια του στόματός σας να υποτάξουν το θεό της φωτιάς, “May the utterance of your mouths subdue the fire-god,
48 Είθε το συγκεντρωμένο σας δηλητήριο να καταστείλει την έχθρα” May your poison by its accumulation put down aggression.”
49 Ο Ανσάρ άκουσε· το ζήτημα τον προβλημάτισε βαθειά Anšar heard; the matter was profoundly disturbing.
50 Κραύγασε “Αλίμονο!” και δάγκωσε το χείλος του. He cried “Woe!” and bit his lip.
51 Η καρδιά του ήταν οργισμένη, το μυαλό του δεν μπορούσε να ηρεμήσει. His heart was in fury, his mind could not be calmed.
52 Πάνω από τον Έα τον υιό του η κραυγή του άρχισε να σταματάει. Over Ea his son his cry was faltering.
53 “Ω υιέ μου, εσύ που προκάλεσες τον πόλεμο, “My son, you who provoked the war,
54 Ανάλαβε την ευθύνη για ότι μόνος σου έκανες! Take responsibility for whatever you alone have done!
55 Εσύ κίνησες και σκότωσες τον Απσού, You set out and killed Apsû,
56 Και όσο για την Τιαμάτ, που εσύ εξόργισες, πού βρίσκεται ο ίσος της;” And as for Tia-mat, whom you made furious, where is her equal?”
57 Ο οργανωτής του συμβουλίου, ο σοφός πρίγκηπας, The gatherer of counsel, the learned prince,
58 Ο δημιουργός της σοφίας, ο θεός Νούντιμμουντ The creator of wisdom, the god Nudimmud
59 Με λόγια καθησυχαστικά και με ήρεμο τρόπο With soothing words and calming utterance
60 Απαλά απάντησε [στον] πατέρα του Ανσάρ Gently answered [his] father Anšar
61 “Ω πατέρα μου, [με το] βαθύ μυαλό, που διατάζεις το πεπρωμένο, “My father, deep mind, who decrees destiny,
62 Που έχεις τη δύναμη να δημιουργείς και να καταστρέφεις, Who has the power to bring into being and destroy,
63 Ανσάρ, [με το] βαθύ μυαλό, που διατάζεις το πεπρωμένο, Anšar, deep mind, who decrees destiny,
64 Που έχεις τη δύναμη να δημιουργείς και να καταστρέφεις, Who has the power to bring into being and to destroy,
65 Θέλω να σου πω κάτι, ηρέμησε για χάρη μου για μια στιγμή I want to say something to you, calm down for me for a moment
66 Και συλλογίσου πως έκανα μια πράξη για να βοηθήσω. And consider that I performed a helpful deed.
67 Πριν σκοτώσω τον Απσού Before I killed Apsû
68 Ποιος θα μπορούσε να είχε προβλέψει την τωρινή κατάσταση; Who could have seen the present situation?
69 Πριν τον τελειώσω γρήγορα Before I quickly made an end of him
70 [Πώς να ήξερα] ποια θα ήταν τα αποτελέσματα αν τον κατέστρεφα; What were the circumstances were I to destroy him?
71 Ο Ανσάρ άκουσε, τα λόγια τον ευχαρίστησαν. Anšar heard, the words pleased him.
72 Η καρδιά του ηρεμούσε μιλώντας στον Έα, His heart relaxed to speak to Ea,
73 “Ω υιέ μου, οι πράξεις σου είναι αντάξιες ενός θεού, “My son, your deeds are fitting for a god,
74 Είσαι ικανός για άγριο, αμίμητη επίθεση . . [ . . . ] You are capable of a fierce, unequalled blow . . [ . . . ]
75 Έα, οι πράξεις σου είναι αντάξιες ενός θεού, Ea, your deeds are fitting for a god,
76 Είσαι ικανός για άγρια, αμίμητη επίθεση . . [ . . . ] You are capable of a fierce, unequalled blow . . [ . . . ]
77 Πήγαινε στην Τιαμάτ και κατεύνασε την επίθεσή της, Go before Tia-mat and appease her attack,
78 . . [ . . . ] . . . την οργή της με το ξόρκι [σου]“ . . [ . . . ] . . . her fury with [your] incantation.”
79 Άκουσε το λόγο του Ανσάρ, του πατέρα του, He heard the speech of Anšar his father,
80 Πήρε το δρόμο προς εκείνη, προχώρησε στην οδό προς εκείνη. He took the road to her, proceeded on the route to her.
81 Πήγε, κατάλαβε τα κόλπα της Τιαμάτ, He went, he perceived the tricks of Tia-mat,
82 [Στάματησε],έμεινε σιωπηλός και γύρισε πίσω. [He stopped], fell silent, and turned back.
83 Βρέθηκε ενώπιον του μεγαλοπρεπούς Ανσάρ [He] entered the presence of august Anšar
84 Του απευθύνθηκε με μεταμέλεια, Penitently addressing him,
85 “[Ω πατέρα μου,] οι πράξεις της Τιαμάτ είναι πολύ ισχυρές για μένα. “[My father], Tia-mat’s deeds are too much for me.
86 Κατάλαβα το σχέδιό της και το ξόρκι [μου] δεν ήταν αντάξιό του. I perceived her planning, and [my] incantation was not equal (to it).
87 Η δύναμή της είναι μεγάλη, είναι γεμάτη δέος, Her strength is mighty, she is full of dread,
88 Είναι συνολικά πολύ δυνατή, κανείς δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. She is altogether very strong, none can go against her.
89 Η πολύ δυνατή κραυγή της δε μειώθηκε, Her very loud cry did not diminish,
90 [Φοβήθηκα] από την κραυγή της και επέστρεψα. [I became afraid] of her cry and turned back.
91 [Πατέρα μου], μην χάνεις την ελπίδα, στείλε ένα δεύτερο άτομο εναντίον της. [My father], do not lose hope, send a second person against her.
92 Αν και η δύναμη μιας γυναίκας είναι πολύ μεγάλη, δεν είναι ίση με ενός άνδρα. Though a woman’s strength is very great, it is not equal to a man’s.
93 Σκόρπισε τους ακολούθους της, διέλυσε τα σχέδιά της Disband her cohorts, break up her plans
94 Πριν μας πιάσει στα χέρια της.” Before she lays her hands on us.”
95 Ο Ανσάρ κραύγασε με έντονη οργή, Anšar cried out in intense fury,
96 Απευθυνόμενος στον υιό του τον Άνου, Addressing Anu his son,
97 “Ω τιμημένε υιέ, ήρωα, μαχητή, “Honoured son, hero, warrior,
98 Που η δύναμή σου είναι τεράστια, που η επίθεσή σου ακατανίκητη Whose strength is mighty, whose attack is irresistible
99 Βιάσου και πήγαινε μπροστά στην Τιαμάτ, Hasten and stand before Tia-mat,
100 Κατεύνασε την οργή της, ώστε να γαληνέψει η καρδιά της Appease her rage that her heart may relax
101 Αν δεν ακούσει τα λόγια σου, If she does not harken to your words,
102 Απεύθυνέ της λόγια ικεσίας για να κατευναστεί.” Address to her words of petition that she may be appeased.”
103 Άκουσε τα λόγια του Ανσάρ, του πατέρα του, He heard the speech of Anšar his father,
104 Πήρε το δρόμο προς εκείνη, προχώρησε στην οδό προς εκείνη. He took the road to her, proceeded on the route to her.
105 Ο Άνου πήγε, κατάλαβε τα κόλπα της Τιαμάτ, Anu went, he perceived the tricks of Tia-mat,
106 Στάματησε, έμεινε σιωπηλός και γύρισε πίσω. He stopped, fell silent, and turned back.
107 Βρέθηκε ενώπιον του μεγαλοπρεπούς Ανσάρ He entered the presence of Anšar the father who begat him,
108 Του απευθύνθηκε με μεταμέλεια, Penitently addressing him.
109 “Ω πατέρα μου, [οι πράξεις] της Τιαμάτ είναι πολύ [ισχυρές] για μένα. “My father, Tia-mat’s [deeds] are too much for me.
110 Κατάλαβα το σχέδιό της και το [ξόρκι] μου δεν ήταν [αντάξιό] του. I perceived her planning, but my [incantation] was not [equal] (to it).
111 Η δύναμή της είναι μεγάλη, είναι γεμάτη δέος, Her strength is mighty, she is [full] of dread,
112 Είναι συνολικά πολύ δυνατή, κανείς [δε μπορεί να την αντιμετωπίσει.] She is altogether very strong, no one [can go against her].
113 Η πολύ δυνατή κραυγή της δε μειώθηκε, Her very loud noise does not diminish,
114 Φοβήθηκα από την κραυγή της και επέστρεψα. I became afraid of her cry and turned back.
115 Ω πατέρα μου, μην χάνεις την ελπίδα, στείλε ένα άλλο άτομο εναντίον της. My father, do not lose hope, send another person against her.
116 Αν και η δύναμη μιας γυναίκας είναι πολύ μεγάλη, δεν είναι ίση με ενός άνδρα. Though a woman’s strength is very great, it is not equal to a man’s.
117 Σκόρπισε τους ακολούθους της, διέλυσε τα σχέδιά της, Disband her cohorts, break up her plans,
118 Πριν μας πιάσει στα χέρια της.” Before she lays her hands on us.”
119 Ο Ανσάρ έπεσε σε σιγή κοιτώντας το έδαφος, Anšar lapsed into silence, staring at the ground,
120 Έκανε νόημα στον Έα κουνώντας το κεφάλι του. He nodded to Ea, shaking his head.
121 Οι Ιγκίγκι και όλοι οι Ανουννάκι είχαν συγκεντρωθεί, The Igigi and all the Anunnaki had assembled,
122 Έκατσαν σιωπηλοί με σφιγμένα τα χείλη. They sat in tight-lipped silence.
123 Κανείς θεός δεν ήθελε να αντιμετωπίσει . . [ . . ] No god would go to face . . [ . . ]
124 Θα αντιμετώπιζε την Τιαμάτ . . . . [ . . ] Would go out against Tia-mat . . . . [ . . ]
125 Όμως ο Κύριος Ανσάρ, ο πατέρας των μεγάλων θεών, Yet the lord Anšar, the father of the great gods,
126 Ήταν θυμωμένος στην καρδιά του και δεν κάλεσε κανέναν [για ακρόαση] Was angry in his heart, and did not summon any one.
127 Τον πανίσχυρο υιό, τον εκδικητή του πατέρα του, A mighty son, the avenger of his father,
128 Που σπεύδει στον πόλεμο, τον μαχητή Μαρντούκ He who hastens to war, the warrior Marduk
129 ο Έα τον κάλεσε στα ιδιαίτερά του διαμερίσματα Ea summoned (him) to his private chamber
130 Για να του εξηγήσει τα σχέδιά του. To explain to him his plans.
131 “Ω Μάρντουκ, συμβούλεψε, άκουσε τον πατέρα σου. “Marduk, give counsel, listen to your father.
132 Είσαι ο υιός μου, που πολύ με ευχαριστείς, You are my son, who gives me pleasure,
133 Πήγαινε με σεβασμό ενώπιον του Ανσάρ, Go reverently before Anšar,
134 Μίλα, πάρε θέση, κατεύνασέ τον με το βλέμμα σου.” Speak, take your stand, appease him with your glance.”
135 Ο Μπελ χάρηκε με τα λόγια του πατέρα του, Be-l rejoiced at his father’s words,
136 Πλησίασε και στάθηκε ενώπιον του Ανσάρ He drew near and stood in the presence of Anšar.
137 Ο Ανσάρ τον είδε, η καρδιά του γέμισε με ικανοποίηση, Anšar saw him, his heart filled with satisfaction,
138 Φίλησε τα χείλη του και έδιωξε τον φόβο του. He kissed his lips and removed his fear.
139 “[Ω πατέρα] μου, μη σιωπάς, αλλά μίλησε, “My [father] do not hold your peace, but speak forth,
140 Θα πάω και θα πραγματοποιήσω τις επιθυμίες σου! I will go and fulfil your desires!
141 “[Ω Ανσάρ,] μη σιωπάς, αλλά μίλησε, [Anšar,] do not hold your peace, but speak forth,
142 Θα πάω και θα πραγματοποιήσω τις επιθυμίες σου! I will go and fulfil your desires!
143 Ποιος τράβηξε τα όπλα του εναντίον σου; Which man has drawn up his battle array against you?
144 Και η Τιαμάτ, που είναι γυναίκα, θα σου επιτεθεί με τα όπλα της; And will Tia-mat, who is a woman, attack you with (her) weapons?
145 ["Ω πατέρα μου], γεννήτορα, να χαίρεσαι και να είσαι ευτυχής, ["My father], begetter, rejoice and be glad,
146 Σύντομα θα πατάς στο λαιμό της Τιαμάτ! Soon you will tread on the neck of Tia-mat!
147 Ανσάρ], γεννήτορα, να χαίρεσαι και να είσαι ευτυχής, [Anšar], begetter, rejoice and be glad,
148 Σύντομα θα πατάς στο λαιμό της Τιαμάτ!” Soon you will tread on the neck of Tia-mat!”
149 ["Πήγαινε,] ω υιέ μου, κάτοχε όλης της γνώσης, ["Go,] my son, conversant with all knowledge,
150 Κατεύνασε την Τιαμάτ με το αγνό σου ξόρκι. Appease Tia-mat with your pure spell.
151 Οδήγησε το άρμα της καταιγίδας χωρίς καθυστέρηση, Drive the storm chariot without delay,
152 Και με [ . . ] που δεν μπορεί να αποκρουστεί εκδίωξέ την” And with a [ . . ] which cannot be repelled turn her back.”
153 Ο Μπελ χάρηκε με τα λόγια του πατέρα του, Be-l rejoiced at his father’s words,
154 Με ευτυχή καρδιά απευθύνθηκε στον πατέρα του, With glad heart he addressed his father,
155 “Ω κύριε των θεών, Πεπρωμένο των μεγάλων θεών, “Lord of the gods, Destiny of the great gods,
156 Αν γίνω ο εκδικητής σου, If I should become your avenger,
157 Αν [καταφέρω να] δέσω την Τιαμάτ και να προστατεύσω [τη ζωή σου], If I should bind Tia-mat and preserve you,
158 Συγκάλεσε συμβούλιο και διακήρυξε για μένα ένα λαμπρό πεπρωμένο. Convene an assembly and proclaim for me an exalted destiny.
159 Καθίστε, όλοι σας, στο Ουπσουκκινάκκου με χαρά, Sit, all of you, in Upšukkinakku with gladness,
160 Και άφησε εμένα, με τη φωνή μου, να ορίζω πεπρωμένα αντί για σένα. And let me, with my utterance, decree destinies instead of you.
161 Ό,τι προκαλώ δεν πρέπει να αλλάζεται, Whatever I instigate must not be changed,
162 Ούτε οι εντολές μου να ακυρώνονται ή να αλλάζονται.” Nor may my command be nullified or altered.”  
http://onthewaytoithaca.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου