Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Ποια είναι η ταυτότητα του Ιησού από γλωσσικής και εθνικής πλευράς;

Ποια είναι η ταυτότητα του Ιησού από γλωσσικής και εθνικής πλευράς;

Οι συγκλονιστικές αναφορές του πανεπιστημιακού μας δασκάλου και πρώην Διευθυντού του Υπουργείου Πολιτισμού κ. Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη σε ένα περισπούδαστο άρθρο του με τίτλο: «Η ταυτότητα του Ιησού από γλωσσικής και εθνικής πλευράς», που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός»!..
Θεοχ. Μιχ. Προβατάκης
Για το θέμα της ταυτότητας του Ιησού, αλλά και της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιούσε, υπάρχει ένα ειδικό άρθρο που έχει γράψει ο κ Θεοχάρης Μιχ. Προβατάκης, Διευθυντής του Υπουργείου Πολιτισμού και Άρχων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, αλλά και επιστήθιος φίλος του γράφοντος, ο οποίος είχε την καλοσύνη να του παραδώσει το περισπούδαστο αυτό άρθρο με την έγκριση δημοσιεύσεώς του σε βιβλίο της ταπεινότητάς μου. Τίτλος του άρθρου αυτού: «Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ», το οποίο αισθάνομαι την ανάγκη να το αναδημοσιεύσω, με την ελπίδα ότι θα τύχει της μεγαλύτερης προσοχής από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Το άρθρο αναφέρει επί λέξει τα εξής:
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
«Ο ισχυρισμός ενίων Ελλήνων επιστημόνων1 όπως και άλλων πολλών ξένων ερευνητών2 ότι η Αραμαϊκή γλώσσα ήταν η μητρική γλώσσα των Ιουδαίων και επομένως και του Ιησού Χριστού, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως βεβαιώνουν η προσεκτική μελέτη της Καινής Διαθήκης τόσο, όσο και πολλά συγκριτικά και λοιπά στοιχεία και μαρτυρίες. Αδιάσειστα δηλ. ιστορικά, αγιογραφικά και γλωσσολογικά επιχειρήματα βεβαιώνουν κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι μητρική γλώσσα των συγχρόνων του Χριστού Εβραίων που κατοικούσαν στη Βόρεια Παλαιστίνη δηλ. τις περιοχές Σαμάρειας, Περαίας και Γαλιλαίας ήταν η Κοινή Ελληνική χωρίς όμως να αρνηθούμε ότι ο Ιησού γνώριζε και την Αραμαϊκή ως δευτέρα γλώσσα. Φυσικά είναι άτοπο να συζητούμε για τη μητρική γλώσσα του Χριστού αφού ως Υιός του Θεού και χάρις στη Θεία Του Φύση και την πανγνωσία Του, μπορούσε να ομιλεί όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων. Όμως εκείνο που είναι εύλογο, χρήσιμο αλλά και επίκαιρο είναι να μάθουμε ποια ήταν η γλώσσα που μεταχειριζόταν ο Ιησούς Χριστός στις καθημερινές του σχέσεις με τους κατοίκους κυρίως της Γαλιλαίας, της Περαίας και της Σαμάρειας, τους οποίους συναναστράφηκε έζησε και δίδαξε όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στις ερωταποκρίσεις του ο διακεκριμένος Βυζαντινολόγος και σοφός καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Τσιρπανλής3.
Είναι αλήθεια ότι στα Ευαγγέλια κυρίως, αλλά και στα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης υπάρχουν λέξεις και φράσεις από την Αραμαϊκή γλώσσα η οποία στα ίδια τα κείμενα αποκαλείται «Εβραΐς διάλεκτος» 4 και χρησιμοποιούσαν σποραδικά τόσον ο Ιησούς Χριστός όσο και άλλα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι τότε η επικρατούσα γλώσσα του Ιουδαϊκού λαού στην Παλαιστίνη ήταν η Αραμαϊκή για τους παρακάτω οκτώ σύντομους λόγους:
1. Οι λέξεις και φράσεις που αναφέρονται στα ιερά Ευαγγέλια ως Αραμαϊκές είναι κυρίως δηλωτικές ονομάτων όπως Ματθαίος, Αλφαίος, Θαδδαίος, Ζεβεδαίος κ.ά., ή τοπωνυμίων όπως Γολγοθάς5, Βηθσαϊδά6, Σιλωάμ7, Ακελδαμά8, Γαββαθά9 κ.ά.
2. Συναντώνται επίσης μερικά Αραμαϊκά κύρια ονόματα σύνθετα με τη λέξη «βαρ» (υιός), ή παραμένουν κύρια ονόματα όπως Βαρραβάς10, (υιός του πατρός), ή Βαρτίμαιος11 (υιός του Τιμαίου), ή ακόμη μεταβάλλονται σε επώνυμα όπως π.χ. Βαριωνάς12. Άλλες πάλι Αραμαϊκές λέξεις, ελάχιστες όμως, όπως Αββά13, Ραββί14 ή Ραββουνί15, και Βοανεργές16, είναι σημαντικές γιατί σημαίνουν τίτλους και ιδιότητες προσώπων ενώ ελάχιστες όπως η λέξη «κορβάν» (δώρο) 17 και η παραγωγή από αυτή της λέξης «κορβανάς» (ταμείο ναού) 18 είναι δηλωτικές πραγμάτων, και δεν μπορούν να συνηγορήσουν στην άποψη ότι η Αραμαϊκή ήταν η επικρατούσα γλώσσα του Ιουδαϊκού λαού στην Παλαιστίνη στα χρόνια του Ιησού Χριστού.
3. Άλλος λόγος που συνηγορεί στην ίδια άποψη είναι ότι οι Αραμαϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται ως τοπωνύμια, κύρια ονόματα ή και ακόμη επώνυμα στα κείμενα που εξετάζουμε, πολύ λίγο μπορούν να χρησιμεύσουν ως επιχειρήματα υπέρ της Αραμαϊκής ως επικρατούσας γλώσσας του λαού την εποχή εκείνη, επειδή όταν δημιουργηθούν ή παραχθούν αυτά, επιβιώνουν διαχρονικά και ο λαός, ο οποιοσδήποτε λαός, ξεχνά την προέλευση όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στους λαούς της γης. Στην ιδιαίτερη μάλιστα πατρίδα μου την Κρήτη μερικές λέξεις που χρησιμοποιούνται και σήμερα προέρχονται από λαούς που κατέκτησαν κάποια εποχή το νησί όπως Άραβες, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, όμως ο πολύς λαός δεν γνωρίζει την προέλευση και εξέλιξή τους• και αν σήμερα χρησιμοποιεί μερικά τοπωνύμια, κύρια ονόματα ή και επίθετα ακόμη που προέρχονται από τις γλώσσες των λαών που αναφέραμε, δεν σημαίνει ότι επικρατούσα γλώσσα την εποχή εκείνη στην Κρήτη ήταν η γλώσσα των κατακτητών. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τις Αραμαϊκές λέξεις στα ιερά Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, ότι δηλ. κάποτε ο Ιουδαϊκός λαός μιλούσε την Αραμαϊκή όχι όμως ότι ήταν η επικρατούσα γλώσσα την εποχή που γράφηκαν τα βιβλία αυτά.
4. Προσεκτική μελέτη των πηγών πιθανολογεί τη χρησιμοποίηση της Αραμαϊκής από μορφωμένους Εβραίους της εποχής εκείνης και μάλιστα στα μεγάλα κέντρα όπως είναι τα Ιεροσόλυμα και ήταν σίγουρα η γλώσσα της λατρείας στο Ναό και στις Συναγωγές παράλληλα με την Εβραϊκή, όμως ο πολύς λαός, ο «αμ χαάρετς» όπως τον αποκαλούσαν, δεν μιλούσε και δεν καταλάβαινε Αραμαϊκά στα χρόνια του Ιησού Χριστού19. Ως παράδειγμα αναφέρω την εβραϊκή λέξη Μεσσίας που αναφέρεται μόνο δύο φορές στην Καινή Διαθήκη20 και που το περιεχόμενό της δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί στα Αραμαϊκά ακριβώς και γι’ αυτό διατηρήθηκε στην Αραμαϊκή διάλεκτο όπως ήταν όπως διατηρήθηκε και στην ελληνική κοινή, γεγονός που βεβαιώνεται από το διάλογο του Ιησού Χριστού με τη Σαμαρείτιδα21, όπου μετά τη λέξη Μεσσίας προσθέτεται «ο λεγόμενος Χριστός» όπως ακριβώς ερμηνεύεται ελληνικά η λέξη Μεσσίας. Το ότι μάλιστα ο διάλογος του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα έγινε στην Ελληνική γλώσσα και όχι στην Αραμαϊκή φανερώνει ότι τόσο στη Σαμάρεια όσο και στη Γαλιλαία οι λαϊκές τάξεις μιλούσαν εκτός της Κοινής Ελληνικής και μια άλλη διάλεκτο αποτελούμενη από αραμαϊκά και ελληνικά στοιχεία και δεν ήταν καθόλου καθαρή αραμαϊκή. Στα βιβλία, πάντως, της Καινής Διαθήκης διατηρούνται ενδείξεις ότι Γαλιλαίοι μιλούσαν την Αραμαϊκή με ξενίζουσα προφορά σαν να επρόκειτο για μια ξένη γλώσσα22 γι’ αυτούς. Εξάλλου δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στη Γαλιλαία υπήρχε πλήθος Ελλήνων και εξελληνισμένων κατοίκων ώστε ώθησε τους Ιουδαίους να δώσουν το περιφρονητικό όνομα «Γαλιλαία των εθνών» δηλ. των ειδωλολατρών, όπως και κατά την εποχή του Ησαΐα. Εννοείται ότι κατά τα πρώτα ελληνιστικά χρόνια οι Ιουδαίοι απουσίαζαν σχεδόν τελείως από την επαρχία αυτή και ότι η παρουσία τους άρχισε να γίνεται αισθητή μετά τη μακκαβαϊκή επανάσταση. Πολλές μάλιστα ελληνικές ή εξελληνισμένες πόλεις βρίσκονταν γύρω από την περίφημη λίμνη της Γεννησαρέτ όπως η Σέπφωρις την οποία θεωρεί η παράδοση γενέτειρα της Θεοτόκου Μαρίας, η Τιβεριάδα που κτίστηκε γύρω στο 20 μ.Χ. από τον Ηρώδη Αντύπα, η Φιλωτέρεια που καταστράφηκε από τον Ιουδαίο ηγεμόνα Αλέξανδρο Ιανναίο, το Επτάπηγον που διατηρεί ως σήμερα το όνομά του (Εττάβγα), η Καπερναούμ που είναι τόσο γνωστή από το έργο του Χριστού, η Σκυθόπολη νότια της λίμνης της Γεννησαρέτ την οποίαν κατοικούσαν Φιλισταίοι όπου και υπάρχουν τα ερείπια ενός ελληνικού μοναστηριού της Θεοτόκου Μαρίας κτισμένο τον 6ον αιώνα με θαυμάσια ψηφιδωτά που σώζονται σε καλή κατάσταση ως τις μέρες μας, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον ευρύτερο χώρο της Παλαιστίνης. Επομένως, είναι απίθανη η εκδοχή η Αραμαϊκή στα χρόνια του Χριστού να ήταν η μητρική γλώσσα του λαού και η κοινή Ελληνική δεύτερη. Ακριβώς το αντίθετο μάλλον συνέβαινε.
5. Σύμφωνα με τα ευαγγελικά κείμενα κύριο πεδίο κηρυκτικής δράσης και δημόσιας ζωής του Κυρίου μας ήταν η Γαλιλαία, ενώ σύμφωνα με τον ιστορικό Ιώσηπο και τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα που έζησαν την εποχή του Χριστού ο Μέγας Αλέξανδρος μετά την κατάκτηση της Παλαιστίνης όπου και μετέφερε Έλληνες αποίκους, εγκατέστησε στην Αλεξάνδρεια 30.000 περίπου Εβραίους της Παλαιστίνης, στους οποίους έδωσε όχι μόνο ειδικά προνόμια αλλά και Ελληνική υπηκοότητα24.
6. Κατά την εποχή του Χριστού οι Εβραίοι της Αιγύπτου ανέρχονταν σε 100.000 σύμφωνα με τον Εβραίο συγγραφέα Φίλωνα, σύγχρονο του Χριστού, ο οποίος εκτός του ότι έγραψε όλα του τα συγγράμματα στην Ελληνική γλώσσα, τονίζει στο έργο του τη μεγάλη επίδραση της Ελληνικής φιλοσοφίας, παιδείας και γλώσσας στους αποδήμου κατοίκους των Εβραϊκών Κοινοτήτων. Από το ένα εκατομμύριο οι 300.000 ζούσαν στην Αλεξάνδρεια που ήταν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κέντρο Εβραϊσμού της διασποράς. Δεύτερο κέντρο Εβραίων ήταν η Αντιόχεια όπου οι Έλληνες βασιλείς της Συρίας, μιμούμενοι τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου, εγκατέστησαν στην Αντιόχεια πολλές χιλιάδες Εβραίων. Όλοι Δε οι Εβραίοι της διασποράς μιλούσαν την κοινή Ελληνική γλώσσα25.
7. Τα 2.700.000 και πλέον Εβραίων της διασποράς που έφθαναν στα Ιεροσόλυμα κάθε χρόνο για να γιορτάσουν το Εβραϊκό Πάσχα μιλούσαν μόνο την Ελληνική γλώσσα όπως βεβαιώνει ο Ιώσηπος στα έργα του: Α) Αρχαία Ιστορία των Εβραίων, Β) Οι Πόλεμοι των Εβραίων, Γ) Contra Apionem κ.ά., τα οποία συνέγραψε στη Λατινική από την οποία ο ίδιος παρά τη δήλωσή του ότι δεν εγνώριζε τη γλώσσα των Ελλήνων μετέφρασε όπως ομολογεί στα Ελληνικά «ίνα γίνωσιν αντιληπτά παρά των ομοεθνών μου των διαβιούντων έξω της Παλαιστίνης», που γνώριζαν μόνο την Ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι Εβραίοι κατά την Ελληνορωμαϊκή εποχή ξεπερνούσαν τα 60.000.000 σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ –όπως βεβαιώνει ο Ιώσηπος- αρχιτέκτονες, κτίστες, άλλοι τεχνίτες και εργάτες που ανοικοδόμησαν το ναό του Σολομώντος, γνωστό στα χρόνια του Χριστού ως Ναό Ηρώδη του Μεγάλου που όπως είναι γνωστό ήταν Έλληνας και πίστευε στο δωδεκάθεο του Ολύμπου, ήσαν Αλεξανδρινοί Εβραίοι. Εξάλλου ο Ιώσηπος και πάλι μας πληροφορεί ότι οι δημόσιες ανακοινώσεις του ναού που αναρτούσαν στις εσωτερικές πύλες του όπως και οι λέξεις του κιβωτίου των εισφορών «Γαζοφυλάκιον…»26, είχαν γραφεί στην κοινή Ελληνική γλώσσα. Σημαντικό μάλιστα είναι ότι μέχρι σήμερα με τη βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνη βρέθηκαν στο χώρο της Παλαιστίνης και κυρίως στα Ιεροσόλυμα και γύρω από αυτά 399 επιγραφές σε πέτρα, πωρόλιθο, μάρμαρο, οπτή γη κ.ε. με ελληνικά κείμενα. Μάλιστα, ο συντάσσων τις λίγες αυτές γραμμές, εντόπισε σε πρόσφατο προσκύνημα στη Χεβρών και μάλιστα στο κτίριο των τάφων των Πατριαρχών εντοιχισμένη λίθινη επιγραφή που αναφερόταν στους Έλληνες μαστόρους του κτίσματος, ενώ πολλές άλλες είναι εγκατεσπαρμένες σε πολλά σημεία της αγίας γης.
8. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Έλληνες στην Παλαιστίνη παρουσιάζουν μία αδιάκοπη δραστηριότητα από πολύ παλιά, από μία προϊστορική φάση της ζωής τους ως την εποχή που αναγκάστηκαν από τους Άραβες να αποσυρθούν ή να περιορισθούν. Οι Ισραηλίτες πίστευαν ότι οι Φιλισταίοι, που είχαν τεθεί επικεφαλής κατά την επιδρομή των λαών της θάλασσας, προέρχονταν από μία μακρινή θαλάσσια χώρα, την Καφτώρ (Δευτερ. 2, 23, Αμώς 9, 7 κ.α.), την οποία παράδοση την ταυτίζουν με την Κρήτη. Τόσο μάλιστα ισχυρή διατηρήθηκε αυτή η παράδοση ώστε ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος έγραψε από σύγχυση ότι οι Ιουδαίοι ήσαν άποικοι από την Κρήτη, ταυτίζοντας παραδόξως τους Ιουδαίους με τους Φιλισταίους. Πάντως οι λαοί της εγγύς Ανατολής πίστευαν κατά την αρχαιότητα ότι οι Φιλισταίοι ήσαν συγγενείς με τους Έλληνες, ενώ ο Προφήτης Ιωήλ που έγραψε περί τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα τους αποκαλεί ευθέως Έλληνες, οι δε Εβδομήκοντα μεταφράζουν το όνομα Φιλιστιείμ με τους Έλληνες. Γραπτές πάντως μαρτυρίες δεν έχουμε, είναι όμως γεγονός ότι περί το 1320 π.Χ. οι Φιλισταίοι εγκαταστάθηκαν στις νότιες ακτές από το Κάρμηλο ως τη Γάζα και η περιοχή ονομάστηκε Παλαιστίνη. Οι Εβραίοι παρά τη σημαντική τους παρουσία στην παγκόσμια ιστορία δεν μπόρεσαν να δώσουν το δικό τους όνομα στον τόπο όπου από το 2.000 π.Χ. έζησαν, δημιούργησαν την Παλαιά Διαθήκη, μεγαλούργησαν και στη συνέχεια αποξενώθηκαν για να επιστρέψουν πρόσφατα. Το όνομα στο χώρο αυτό το έδωσαν οι αντίπαλοί τους Φιλισταίοι, τους οποίους Ισδραηλίτες τους ονόμαζαν Πελιστιείμ, οι Εβδομήκοντα το μετέγραψαν Φιλιστιείμ και ο Ηρόδοτος το σταθεροποίησε σε Παλαιστίνη, το οποίο από τότε γενικά επεκράτησε. Γι’ αυτό και πέραν της μεγάλης επίδρασης των Εβραίων της διασποράς από την τότε ελληνική διανόηση, και αυτή ακόμη η φιλοσοφία των Εβραίων της Ιουδαίας επηρεάστηκε όπως βεβαιώνουν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ», «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ», του βασιλιά Σολομώντα27. Μερικοί μάλιστα στίχοι του τελευταίου έχουν καταπληκτική ομοιότητα με αντίστοιχους στίχους των «ΕΙΔΥΛΛΙΩΝ» του Κώου ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ που ήταν ο πιο φημισμένος ποιητής στην Αλεξάνδρεια τον 3ο π.Χ. αιώνα. Ακόμη και αυτοί οι Μακκαβαίοι αν και υπήρξαν σφοδροί πολέμιοι της εξάπλωσης του Ελληνισμού στην Παλαιστίνη, δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την επίδραση του Ελληνικού πνεύματος αφού μιλούσαν την κοινή Ελληνική γλώσσα. Τόσο μάλιστα δυνατή και τόσο μεγάλη ήταν η ελληνική επίδραση στην Παλαιστίνη κατά την εποχή των Αποστόλων ώστε πολλοί Εβραίοι είχαν δύο ονόματα, ένα Σημιτικό και ένα Ελληνικό και σπάνια Λατινικό28. Και το φαινόμενο αυτό της έντονη και δημιουργικής παρουσίας του Ελληνισμού δεν είναι επακόλουθο μόνο της κατάκτησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Παλαιστίνη. Όχι. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έφθασε στην Παλαιστίνη ο Ελληνισμός ήταν ήδη βαθιά ριζωμένος στον τόπο εκείνο και οι ρίζες του δεν είναι δυνατόν να ήσαν τόσο βαθιές, αν η παρουσία του Ελληνισμού δεν ήταν παλαιότερη της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Από τα παραπάνω που σύντομα αναφέρθηκαν αλλά και από την προσεκτική μελέτη των κειμένων της Καινής Διαθήκης και κυρίως των τεσσάρων Ευαγγελιστών προκύπτουν τα ακόλουθα:
α. Από το 726 π.Χ. τόσον η Γαλιλαία όσο και η Σαμάρεια είχαν παύσει να υπάρχουν καθαρά Εβραϊκές χώρες – περιοχές. Οι κάτοικοί τους ήσαν μετανάστες Εβραίοι από τις βόρειες επαρχίες της Ασσυρίας που αποτελούσαν μειοψηφία, και Έλληνες άποικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν και κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, ώστε, κατά την εποχή του Χριστού το ελληνικό στοιχείο να υπερτερεί στις περιοχές αυτές. Πάντως και οι πρώτοι και οι δεύτεροι μιλούσαν μόνο Ελληνικά δηλ. τη γλώσσα των αποίκων Ελλήνων στις επαρχίες αυτές. Και ακόμη το Παλαιστινιακό Ταλμούδ σημειώνει ότι τα γεωργικά προϊόντα και κυρίως το λάδι που εισάγονταν στα Ιεροσόλυμα και στις αγορές της Ιουδαίας από την περιοχή της Γαλιλαίας, έπρεπε να εξαγνιστούν από τους ιερείς του ναού επειδή προέρχονταν από χώρα ειδωλολατρική και εθεωρούνταν «ακάθαρτα προς βρώσιν». Και μόνο το γεγονός αυτό ισχυροποιεί την άποψη ότι τις περιοχές Γαλιλαίας και Σαμάρειας κατοικούσαν περισσότεροι Έλληνες παρά ντόπιοι και Ιουδαίοι.
β. Στην Ιουδαία αντίθετα, το Εβραϊκό στοιχείο έμεινε καθαρά εθνικό. Η γλώσσα των κατοίκων της ως το 586 π.Χ. ήταν η Κλασσική Εβραϊκή. Γλώσσα Δε της φιλολογίας και εκείνων που ασχολήθηκαν με το Νόμο ήταν η Αραμαϊκή μαζί με την κλασσική Εβραϊκή ως τον 3ο αιώνα π.Χ. και από τότε ως τον 2ο αι. μ.Χ. των μεν Διδασκάλων ήταν η κλασσική Εβραϊκή, των ανωτέρων τάξεων η Ελληνική και η γλώσσα του λαού ήταν η Ελληνοαραμαϊκή.
γ. Αναμφισβήτητο πάντως γεγονός είναι ότι τόσο οι Εικαστικές όσο και οι Διακοσμητικές λεγόμενες τέχνες της Ελληνικής Κλασσικής Αρχαιότητας όπως και ο ελληνικός τρόπος σκέψης είχαν βαθιά επηρεάσει όχι μόνο τους Ρωμαίους αλλά και αυτούς τους Εβραίους ώστε δεν ήταν ο Ιουδαϊσμός της Παλαιστίνης που πλαισίωνε το σύνολο της Εβραϊκής διασποράς, αλλά ο εξελληνισθείς Ιουδαϊσμός ο οποίος μιλούσε μεν την Ελληνική γλώσσα και χρησιμοποιούσε μια ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης τη μετάφραση των Εβδομήκοντα.
δ. Οι Ευαγγελιστές Ματθαίος Μάρκος και Λουκάς μας πληροφορούν ότι ο Ιησούς Χριστός δίδαξε κυρίως στη Γαλιλαία και στις ελληνικές πόλεις και κωμοπόλεις και μόνο μια ή δύο φορές δίδαξε στην Ιουδαία, δηλ. στα Ιεροσόλυμα και μάλιστα όχι σε Εβραϊκές Συναγωγές ή στους δρόμους αλλά μόνο στο ιερό του ναού ή τη μεγάλη Αυλή των Θυσιών29. Ιδιαίτερα ο Μάρκος δίδει ολοκάθαρα την εντύπωση ότι ο Χριστός ποτέ δεν δίδαξε στην Ιουδαία30 και μάλλον από την Ιουδαία και τα Ιεροσόλυμα ερχόταν ο λαός στη Γαλιλαία για να τον ακούσει31, ενώ ο Λουκάς που συμφωνεί απόλυτα με τον Ματθαίο μας πληροφορεί ότι ο Ιησούς Χριστός δίδαξε στη Γαλιλαία και στις γύρω ελληνιστικές πόλεις και κωμοπόλεις32. Και μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει ότι ο Χριστός δίδαξε και στα Ιεροσόλυμα όπου κατ’ επανάληψη τα επισκέφθηκε και έκανε και πολλά θαύματα33. Όμως το ενδεχόμενο της επίσκεψης του Ιησού στην ύπαιθρο χώρα της Ιουδαίας οι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς το αποκλείουν, σημειώνοντας μάλιστα ότι εκεί ο λαός μιλούσε ένα είδος Ελληνοαραμαϊκής γλώσσας πολύ χαμηλής34.
ε. Από όσα μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γίνεται φανερό ότι ουδέποτε ο Χριστός δίδαξε σε πόλεις ή χωριά της Ιουδαίας, παρά μόνο στα Ιεροσόλυμα στον μεγαλοπρεπή ιερό ναό και κατά τις επίσημες μόνο Εβραϊκές γιορτές οπότε τα Ιεροσόλυμα κατέκλυζαν χιλιάδες Εβραίοι της διασποράς που μιλούσαν μόνο την ΚΟΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, αγνοώντας τόσο την Αραμαϊκή όσο και την κλασσική Εβραϊκή.
Τώρα γιατί ο Ιησούς Χριστός περιορίστηκε να διδάξει στη Γαλιλαία και στις εκεί γύρω βρισκόμενες Ελληνικές πόλεις και κωμοπόλεις και στην Ιουδαία μόνο στα Ιεροσόλυμα, την απάντηση νομίζω τη δίδει ο ίδιος μέσω του Ευαγγελίου. Προσεκτικότερη μελέτη μας οδηγεί σχετικά με το θέμα στα ακόλουθα:
Πρώτον, ο Ιησούς Χριστός –όπως σημειώνει ο Ματθαίος- είπε στους μαθητές Του «πορευθέντες Δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισδραήλ» 35 και όχι προς τους Εβραίους Ιουδαίους την αφοσίωση των οποίων προς το Μωσαϊκό Νόμο κανείς δεν αμφισβήτησε, σε αντίθεση με τους Εβραίους της Γαλιλαίας και των ελληνικών περιχώρων, οι οποίοι δεν διακρίνονταν για την τελεία αφοσίωσή τους προς τις μονοθεϊστικές αρχές της Εβραϊκής θρησκείας.
Δεύτερον, ο Ιησούς Χριστός εγνώριζε ότι είχε επισύρει το μίσος των Πρεσβυτέρων και των Γραμματέων και των Αρχιερέων της Ιουδαίας36, επειδή μιλούσε για την απροσμέτρητη υποκρισία τους, μη αποδεχόμενος τον «Ορθόδοξο Ιουδαϊσμό» της εποχής του, που ζητούσε να τον φονεύσει, επειδή «πάτερ ίδιον έλεγεν τον Θεόν, ίσον εαυτόν ποιών τω Θεώ» 37, επηρεασμένος –όπως νόμιζαν- από τους Ελληνίζοντες Εβραίους της Γαλιλαίας, τους κατοίκους των Ελληνιστικών πόλεων και χωρίων και ακόμη και αυτούς τους Έλληνες αποίκους38.
Τρίτον, έχοντας ο Χριστός μητρική γλώσσα την Κοινή Ελληνική, αφού η Θεοτόκος Μαρία είχε γενέτειρα –όπως βεβαιώνει η Παράδοση- τη μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ελληνική πόλη της Γαλιλαίας, τη Σέπφωρι, που βρισκόταν στο μέσο περίπου του δρόμου από τη λίμνη της Γαλιλαίας προς τη θάλασσα, του άρεσε να διδάσκει τα πλήθη της Γαλιλαίας και τους κατοίκους των γύρω Ελληνικών πόλεων και χωρίων που γνώριζαν την Κοινή Ελληνική.
Τέταρτον, επειδή οι διάφοροι διάλεκτοι που μιλούσαν οι Απόστολοι μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ήσαν διάλεκτοι της Κοινής Ελληνικής Γλώσσας που ομόφωνα δέχονται τόσο η φιλολογία όσο και η γλωσσολογία της εποχής των Αποστόλων. Εξάλλου, το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων δεν ομιλεί για διάφορες γλώσσες, αλλά για διάφορες διαλέκτους, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι Απόστολοι μιλούσαν την Ελληνική γλώσσα, την οποία μιλούσε και ο Εβραϊσμός της διασποράς. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν ο Χριστός να αποτελούσε εξαίρεση και, επομένως, και Εκείνος ομιλούσε την Κοινή Ελληνική, όπως και οι δώδεκα μαθηταί Του, που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν στην Ελληνικότατη Γαλιλαία και θα μιλούσαν αναμφισβήτητα τη γλώσσα που μιλούσαν και οι άλλοι κάτοικοι της Γαλιλαίας, δηλ. την Κοινή Ελληνική, αφού και αυτά τους τα ονόματα είναι Ελληνικά39 και ακόμη τα κείμενά τους στην ίδια γλώσσα γράφτηκαν σε διαφορετικό βέβαια ύφος, ανάλογα με τη γλωσσική τους μόρφωση. Και μόνο δηλ. οι Ευαγγελιστές, όντες Εβραίοι της Γαλιλαίας, έγραψαν τα Ευαγγέλια στην Κοινή Ελληνική και όχι στην Αραμαϊκή βεβαιώνει ότι χειρίζονταν καλύτερα την Ελληνική, που ήταν και η επικρατέστερη γλώσσα της πατρίδας τους, της Γαλιλαίας.
Προσεκτικότερη, τέλος, μελέτη και ανάλυση των κειμένων της Καινής Διαθήκης πείθει κάθε μελετητή ότι η Ελληνική γλώσσα των δώδεκα Αποστόλων και, επομένως, και του Ιησού αφού η μητέρα Του –σύμφωνα με την παράδοση την οποία δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε- καταγόταν από την Ελληνικότατη πόλη Σέπφωρι40 ήταν η μητρική τους γλώσσα και αυτή γνώριζαν καλύτερα από κάθε άλλη, δηλ. την Αραμαϊκή και την Εβραϊκή. Εξάλλου, τόσο οι επιστολές του Παύλου, η προς Εβραίους Επιστολή, η Επιστολή Ιακώβου, είναι γραμμένες σε θαυμάσιο ελληνικό ύφος και άφταστο γλωσσικό κάλλος. Άλλες απ’ αυτές απευθύνονται σε Εβραίους, άρα εγνώριζαν πολύ καλά ελληνικά και άλλες σε Έλληνες Κρήτες, Θεσσαλονικείς, Κορινθίους κ.λπ. Εάν οι Εβραίοι γνώριζαν μόνο Αραμαϊκά ή Εβραϊκά δεν θα έπρεπε να αλληλογραφούν στις γλώσσες αυτές; Βεβαίως, ναι. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι επιστολές γράφτηκαν στην Κοινή Ελληνική, επειδή αυτή μιλούσαν και αυτή χρησιμοποιούσαν ως μητρική γλώσσα, τόσο ο Ιησούς Χριστός όσο και οι Απόστολοι. Πιθανώς να γνώριζαν και την Αραμαϊκή υποτυπωδώς, όμως όπως έρευνα απέδειξε δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο σποραδικά σε κύρια ονόματα, ιδιότητες προσώπων ή δηλωτικές πραγμάτων. Εξάλλου, τόσον ο Ιησούς Χριστός όσον και οι Απόστολοι από τις 350 περίπου περικοπές της Παλαιάς Διαθήκης που παραθέτουν στα Ευαγγέλια οι 300 πάρθηκαν από τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, ενώ οι άλλες πενήντα από διάφορες άλλες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης που ήσαν σε κοινή χρήση στα χρόνια του Χριστού στην Παλαιστίνη.
Όσο για εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο Χριστός ήξερε μόνο Αραμαϊκά, στηριζόμενοι στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου41, ο οποίος σημειώνει: «…περί Δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς φωνήν μεγάλην λέγων: Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί;• τούτ’ έστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;», σημειώνουμε με συντομία τα ακόλουθα:
α. Τόσον ο Ματθαίος όσο και ο Μάρκος που δεν ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ούτε αυτήκοοι των τελευταίων στιγμών της επί γης δράσεως του Ιησού «παρακολουθούντες εκ του μακρόθεν τα γενόμενα», όπως βεβαιώνεται, άντλησαν –όπως ισχυρίζονται οι μελετητές τις πληροφορίες τους από κάποια άλλη πηγή, πιθανώς την ίδια. Ειδικότερα μάλιστα, εάν ο Ιησούς ανεφώνησε την παραπάνω φράση θα την είπε στην κλασσική εβραϊκή και όχι στην αραμαϊκή, την οποία μάλιστα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μεταφράζει, αν και το Ευαγγέλιό του γράφτηκε αρχικά στην κλασσική εβραϊκή και όχι στην αραμαϊκή και που αργότερα μεταφράστηκε στην Κοινή Ελληνική. Ο Μάρκος εδώ αντιγράφει τον Ματθαίο, το Δε Ευαγγέλιό του γράφτηκε αρχικά στην αραμαϊκή, όπως βεβαιώνουν οι ειδικοί και αργότερα και αυτό μεταφράστηκε στην Ελληνική.
β. Μόνος αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας της Σταυρώσεως του Χριστού ήταν ο Ιωάννης, ο οποίος τίποτα δεν αναφέρει περί των παραπάνω λόγων του Ιησού. Διασώζει όμως άλλες, πολύ σημαντικές πληροφορίες περί του Θείου Δράματος του Γολγοθά, μεταξύ των οποίων σημειώνει: «Ειστήκαμεν Δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή. Ιησούν ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστηκόνα ον ηγάπα λέγει τη μητρί αυτού• γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτε λέγει τω μαθητή• ίδε η μήτηρ σου… Μετά ταύτα ειδώς ο Ιησούς ότι τα πάντα ήδη τετέλεσται, ίνα τελειωθεί η γραφή λέγει: διψώ… ότε ουν έλαβε το όξος ο Ιησούς είπε: τετέλεσται, και κλίνας τη κεφαλήν παρέδωσε το πνεύμα»42. Εδώ σημειώνουμε ότι και επί του Σταυρού ο Ιησούς μιλούσε Ελληνικά, όπως «διψώ» και «τετέλεσται», λέξεις τις οποίες εάν τις είχε πει αραμαϊκά ο Ιωάννης θα ακολουθούσε το παράδειγμα του Ματθαίου και θα έγραφε «τσάι χάι ανά» αντί του διψώ και «ισταλάμ» αντί του τετέλεσται, μεταφράζοντας στη συνέχεια τις λέξεις στα Ελληνικά, όπως και ο Ματθαίος. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Ούτε, τέλος, θα μιλούσε ο Ιησούς στον ληστή στην ελληνική γλώσσα αλλά, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης και αυτήκοος Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο Ιησούς και επί του Σταυρού μιλούσε ελληνικά. Και όταν κάποτε μια ομάδα Ελλήνων επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα με την ευκαιρία της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, θέλησαν να ιδούν τον Ιησού Χριστό την εποχή πριν από το πάθος Του και απευθύνθηκαν φυσικά στους δύο ελληνιστές μαθητές του, τον Ανδρέα και τον Φίλιππο, όταν το ανακοίνωσαν στο Χριστό εκείνος είπε τον εντυπωσιακό λόγο σε απάντηση του αιτήματος «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου» Ιωάν. 12, 20-23 και πραγματικά ο λόγος αυτός πολύ σύντομα επαληθεύτηκε όταν το χριστιανικό Ευαγγέλιο ανέλαβαν στα χέρια τους οι Έλληνες και το μετέφεραν με τη γλώσσα τους σε ολόκληρη την οικουμένη. Λέγεται μάλιστα ότι σε χειρόγραφο Ευαγγέλιο που φυλάσσεται στο Βατικανό, ο ερευνητής καθηγητής κ. Ε. Πρόκου διάβασε το 1974 ότι η συνέχεια της παραπάνω φράσης που είπε ο Χριστός έλεγε: «Ελλάς γαρ μόνη ανθρωπογεννεί, φυτόν Ουράνιον και βλάστημα θείον ηκριβωμένον. Λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμην». Όμως κάτι τέτοιο σε άλλα χειρόγραφα Ευαγγελίων που μελέτησα ή τυπωμένα διαχρονικά που είδα, τέτοια συμπληρωματική φράση δεν βρήκα. Το ότι βέβαια οι Ιουδαίοι, όπως από τα παραπάνω αποδείχτηκε, ήσαν κάτοχοι της ελληνικής γλώσσας στα χρόνια του Χριστού είναι αποδεδειγμένο, αφού ακόμη και στην επιγραφή του Σταυρού ο τίτλος του Σταυρωθέντος Ιησού Χριστού ήταν γραμμένος σε τρεις γλώσσες και πρώτα στα ελληνικά, μολονότι η Ιερουσαλήμ ήταν πρωτεύουσα του Ιουδαϊσμού και βρισκόταν κάτω από τη Ρωμαϊκή διοίκηση. Ακόμη σημειώνεται ότι και τα ονόματα των επτά Διακόνων που εξελέγησαν για την εξυπηρέτηση των Ελληνιστών Χριστιανών, όλοι φέρουν Ελληνικά ονόματα. Εξάλλου, σύμφωνα με απόφαση του Ραββίνου Συμεών, υιού του Γαμαλιήλ, επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να γράφουν τα κείμενά τους μόνο στην ελληνική από τις ξένες γλώσσες, ενώ πολλοί όροι που βρίσκονται στο Ταλμούδ όπως Συνέδρι Σανεδρίν, Συναγωγή κ.ά. είναι ελληνικοί.
γ. Ουδέποτε άλλοτε ο Ιησούς Χριστός μέχρι και τη Σταύρωσή Του, απεκάλεσε τον Θεό Θεό Του αλλά πάντοτε Πατέρα, λέγοντας και σε μας να τον αποκαλούμε Πατέρα «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» 43, «ουκ είδατε ότι εν τοις του Πατρός μου δει είναι με» 44, «Πάτερ μου εις χείρας Σου παρατίθεμαι το Πνεύμα μου» 45 κ.α. που βεβαιώνουν τη διαφορετική άντληση πηγών από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο και Μάρκο.
δ. Η τελευταία ανταπόκριση των Ρωμαίων στρατιωτών στην τελευταία επί του Σταυρού λέξη του Ιησού «διψώ» σηματοδοτεί τη γνώση της Ελληνικής σε αντίθεση με την Αραμαϊκή, που δεν κατάλαβαν οι παρευρισκόμενοι τη φράση που σημειώνει ο Ματθαίος και γι’ αυτό νόμισαν ότι ο Χριστός κάλεσε τον Προφήτη Ηλία για βοήθεια και συμπαράσταση.
Τελειώνοντας τη σύντομη εισήγησή μου για την ταυτότητα του Ιησού Χριστού από γλωσσικής και εθνικής πλευράς, σταχυολογώ πέντε σημαντικούς λόγους οι οποίοι συνηγορούν ότι φυλετικά ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν Εβραίος. Αν πάλι υπάρχουν και άλλοι λόγοι που δεν γνωρίζω και συνηγορούν στο αντίθετο, με ευχαρίστηση θα τους δεχόμουνα και θα τους ακολουθούσα χάριν της επιστημονικής αλήθειας, η οποία πάντοτε συνηγορεί ώστε να λάμψει το δίκαιον, το αντικειμενικόν και η αλήθεια.
1. Οι Γαλιλαίοι όπως και οι Φιλισταίοι που προέρχονται από τους Κρήτες δεν περιλαμβάνονται στις φυλές του Ισραήλ, γι’ αυτό και ο Χριστός καλούνταν Γαλιλαίος (Ναζωραίος) από την πατρίδα του τη Ναζαρέτ, κωμόπολη της Γαλιλαίας46.
2. Όταν οι Ασσύριοι αποφάσισαν να καθαρίσουν τον τόπο τους από ξένες φυλές απέλασαν ομαδικά τους νομάδες διαφόρων φυλών και όλους τους Εβραίους, αφήνοντας μόνο τους Φιλισταίους και τους Γαλιλαίους. Επομένως, οι Γαλιλαίοι δεν είναι Εβραίοι όπως και οι Φιλισταίοι. Και ο Ιησούς Χριστός ήταν Γαλιλαίος, συνεπώς δεν ήταν Εβραίος.
3. Στον διάλογο του Κυρίου μας με τη Σαμαρείτιδα, εκείνη Του ζητά να τη βοηθήσει και ο Χριστός με τρόπο διαφωτιστικό της απαντά: «Μην ξεχνάς και τους μεγάλους αρχιερείς των Εβραίων Άννα και Καγιάφα…», ξεκαθαρίζοντας τη θέση του έναντι των Εβραίων47.
4. Ο Άννας και ο Καγιάφας αρνήθηκαν να δικάσουν τον Χριστό ως μη Εβραίο, επειδή απαγορευόταν από τους Νόμους του Ισδραήλ, γι’ αυτό και δεν τον θεωρούσαν δικό τους, αλλά πρόσωπο άλλης φυλής48.
5. Ο Εβραϊκός νόμος αναγνωρίζει ως Εβραίο μόνον άτομα που γεννήθηκαν από μητέρα Εβραία και η Θεοτόκος προέρχονταν από την ελληνική πόλη Σέπφωρι και κατοικούσε στη Γαλιλαία. Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι ο Χριστός ήταν Εβραίος στο θρήσκευμα, όχι όμως και στη φυλή.

 http://www.sakketosaggelos.gr/Article/590/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου