Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός (Παράρτημα 2)


Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός (Παράρτημα 2)

Διαβάστε σήμερα το δεύτερο άρθρο του Παραρτήματος του βιβλίου μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός» με θέμα την Ομιλία του Αγίου Βασιλείου προς τους Νέους και πώς μπορούν να ωφεληθούν από τη μελέτη των αρχαίων ελληνικών κειμένων!. Ενός Ελληνισμού, που αισθάνθηκε ότι «αναπνέει» με ένα πνεύμονα και γι’ αυτό, στην πορεία του χρόνου, αναγκάσθηκε να δεχθεί το «οξυγόνο» της Διδασκαλίας του Χριστού, που έδωσε κι άλλο πνεύμονα, νέα πνοή στην ζωή του, νέα ώθηση, νέα πυγμή!..
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
« ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ: ΠΩΣ ΗΜΠΟΡΟΥΝ
ΝΑ ΩΦΕΛΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ»
1. Είναι πολλά αυτά που με παρακινούν, παιδιά μου, να σας συμβουλεύσω, όσα θεωρώ ότι είναι άριστα και όσα έχω την πεποίθησιν ότι σας συμφέρουν, εάν τα προτιμήσετε. Διότι και η ηλικία που έχω τώρα και η εκγύμνασίς μου με πολλά πράγματα, αλλά κυρίως διότι έζησα αρκετά και την μίαν και την άλλην μεταβολήν του βίου, η οποία διδάσκει τον καθένα, με έκαμαν να γνωρίσω τα ανθρώπινα πράγματα, ώστε να ημπορώ να υποδεικνύω τον πιο ασφαλέστερον δρόμον εις αυτούς που μόλις τώρα εισέρχονται εις την ζωήν. Άλλωστε και κατά την φυσικήν οικειότητα έρχομαι αμέσως ύστερα από τους γονείς σας, ώστε ο ίδιος να μη τρέφω προς σας ολιγωτέραν από την αγάπην των πατέρων σας. Νομίζω δε, εάν δεν σφάλλω ως προς την διάθεσίν σας, ότι σεις δεν ποθείτε τους γονείς σας, όταν αποβλέπετε προς εμέ. Εάν λοιπόν με προθυμίαν ημπορήτε να δέχεσθε αυτά που λέγω, θα ανήκετε εις την δευτέραν θέσιν αυτών που επαινεί ο Ησίοδος1. Αλλοιώς, εγώ μεν δεν θα ειπώ τίποτε το δυσάρεστον, σεις δε να ενθυμήσθε με ενάργειαν τα ποιήματα, όπου εκείνος λέγει ότι άριστος μεν είναι αυτός που ξεχωρίζει από μόνος του αυτά που πρέπει, καλός δε και εκείνος που ακολουθεί αυυτά που οι άλλοι έχουν υποδείξει. Εκείνος δε που δεν είναι κατάλληλος ούτε διά το ένα ούτε διά το άλλο απ’ αυτά είναι άχρηστος εις όλα.
2. Μη απορήτε δε αν λέγω ότι από μόνος μου εγώ ο ίδιος έχω εύρει κάτι πιο ωφέλιμον, ενώ σεις καθημερινώς φοιτάτε εις διδασκάλους και συναναστρέφεσθε τους λογίους από τους αρχαίους άνδρας με το να μελετάτε τα έργα που έχουν αφήσει. Ήλθα λοιπόν να σας συμβουλεύσω τούτο εδώ. Ότι δεν πρέπει διά μιας να παραδώσετε, ωσάν του πλοίου, τα πηδάλια της διανοίας σας εις αυτούς τους άνδρας και να τους ακολουθήτε όπου και αν σας οδηγήσουν, αλλά να δέχεσθε από αυτούς ό,τι είναι χρήσιμον και να γνωρίζετε τι πρέπει να παραβλέπετε. Ποία λοιπόν είναι αυτά και πώς θα τα ξεχωρίσωμεν, αυτό τώρα θα σας διδάξω αφού απ’ εδώ πάρω την συνέχειαν.
Ημείς, παιδιά μου, παραδεχόμεθα ότι αυτή εδώ η ανθρωπίνη ζωή δεν έχει καμμίαν αξίαν και γενικά δεν θεωρούμεν ούτε ονομάζομεν αγαθόν κάθε τι που μας είναι ωφέλιμον μόνον εις αυτήν. Δεν θεωρούμεν λοιπόν μεγάλο πράγμα, αλλ’ ούτε κρίνομεν άξιον δι’ ευχήν την προγονικήν περφάνειαν, ούτε την σωματικήν δύναμιν, ούτε την ομορφιάν, ούτε το μεγαλείον, ούτε τας τιμάς από όλους τους ανθρώπους, ούτε αυτήν την βασιλείαν, ούτε ο,τιδήποτε άλλο σπουδαίον από τα ανθρώπινα θα ημπορούσε κάποιος να αναφέρη. Ούτε θαυμάζομεν αυτούς που τα έχουν, αλλά με τας ελπίδας προχωρούμεν πιο μακρυά και πράττομεν το κάθε τι διά να παρασκευασθούμεν δι’ άλλην ζωήν2. Αυτά λοιπόν που μας βοηθούν προς αυτήν την ζωήν λέγομεν ότι πρέπει και να τα αγαπώμεν και να τα επιδιώκωμεν με όλην μας την δύναμιν. Αυτά όμως που δεν φθάνουν προς εκείνην την ζωήν, να τα περιφρονούμεν ως ανάξια λόγου. Ποία λοιπόν τώρα είναι αυτή η ζωή και πού και πώς θα την ζήσωμεν, χρειάζεται περισσότερος καιρός από αυτόν που διαθέτομεν τώρα διά να την περιγράψωμεν και μεγαλυτέρους ακροατάς από σας διά να ακούσουν. Αλλά τόσον μόνον αφού ειπώ, ίσως αρκετά θα ημπορούσα να σας δείξω ότι αν κάποιος, αφού συλλάβη με τον νουν του, όλην μαζί την ευτυχίαν από τότε που εδημιουργήθησαν οι άνθρωποι, και την αθροίση εις ένα άθροισμα, θα εύρη ότι δεν εξισώνεται ούτε με το πιο μικρότερον μέρος από τα αγαθά εκείνα, αλλ’ ότι όλα τα εδώ καλά απέχουν τόσον πολύ κατά την αξίαν συγκριτικώς προς το πιο μικρότερον από τα αγαθά εκείνα, όσον υπολείπεται η σκιά και το όνειρον από την πραγματικότητα. Ή καλύτερα, διά να χρησιμοποιήσω γνωστότερον παράδειγμα, όσον η ψυχή θεωρείται από όλους πολυτιμοτέρα από το σώμα, τόσον διαφέρει η μία ζωήν από την άλλην.
Εις την ζωήν αυτήν λοιπόν οδηγούν αι άγιαι Γραφαί, με το να μας παιδαγωγούν με απορρήτους αληθείας. Όσον όμως χρόνον δεν είναι δυνατόν, εξ αιτίας της ηλικίας, να καταλαβαίνωμεν το βαθύτερον νόημά τους, προγυμναζόμεθα με τα μάτια της ψυχής, ωσάν εις κάποιας σκιάς και καθρέπτας, εις άλλα πράγματα που δεν διαφέρουν καθ’ ολοκληρίαν με το να μιμούμεθα αυτούς που ασκούνται εις τα στρατιωτικά πράγματα. Αυτοί βέβαια αφού εξασκηθούν εις τας χειρονομίας και τας κινήσεις των ποδιών, καρπούνται την ωφέλειαν από την άσκησιν κατά τον καιρόν των αγώνων. Και ημείς λοιπόν πρέπει να πιστεύωμεν ότι ευρίσκεται εμπρός μας ο πιο μεγαλύτερος από όλους τους αγώνας3, χάριν του οποίου πρέπει να πράττωμεν το κάθε τι και να κοπιάζωμεν με όσην δύναμιν έχομεν, διά να προετοιμασθούμεν δι’ αυτόν. Και να συναναστρεφώμεθα με ποιητάς και λογογράφους και ρήτορας και με όλους τους ανθρώπους, από τους οποίους πρόκειται να προέλθη κάποια ωφέλεια διά την επιμέλειαν της ψυχής. Όπως λοιπόν οι βαφείς4, αφού προηγουμένως ετοιμάσουν με μερικάς προεργασίας αυτό που πρόκειται να βάψουν, τότε δίδουν το χρώμα, είτε αυτό είναι κόκκινον, είτε οποιοδήποτε άλλο, κατά τον ίδιον λοιπόν και ημείς τρόπον, εάν πρόκηται να παραμείνη αναφαίρετος εις ημάς η δόξα διά το καλόν, αφού προπαρασκευασθούμεν με αυτούς εδώ τους εξωτερικούς διδασκάλους, τότε θα γίνωμεν ακροαταί των ιερών και απορρήτων μαθημάτων. Και κατά κάποιον τρόπον αφού συνηθίσωμεν να βλέπωμεν τον ήλιον μέσα εις το νερόν5, έτσι τότε θα ρίψωμεν τα βλέμματά μας εις αυτό το ίδιο το φως.
Εάν λοιπόν υπάρχη κάποια συγγένεια μεταξύ των δύο διδασκαλιών, η γνώσις αυτών ημπορεί να γίνη ωφέλιμος εις ημάς. Εάν όχι, τότε το να γνωρίσωμεν την διαφοράν, αφού τας συγκρίνωμεν, δεν είναι μικρόν πράγμα εις το να βεβαιωθούμεν ποία είναι η καλυτέρα. Με τι λοιπόν αφού παρομοιάσης την κάθε μίαν από τας διδασκαλίας, θα ημπορέσης να λάβης μίαν εικόνα; Να, αλήθεια, όπως ακριβώς η αξία ενός φυτού είναι το να φέρη ωραίον καρπόν, αλλά και φύλλα που κινούμενα εις τους κλάδους φέρουν κάποιον στολισμόν, έτσι λοιπόν εις την ψυχήν πρώτος μεν καρπός είναι η αλήθεια, αλλά δεν είναι αταίριαστον πράγμα το να έχη ενδυθή και την έξω σοφίαν, που ομοιάζει με φύλλα, τα οποία παρέχουν εις τον καρπόν σκέπην και ωραίαν όψιν. Λέγεται λοιπόν ότι και εκείνος ο μεγάλος Μωυσής, το όνομα του οποίου είναι το πιο μεγαλύτερον μεταξύ όλων των ανθρώπων διά την σοφίαν, αφού εγύμνασε την διάνοιάν του με τα μαθήματα των Αιγυπτίων6, τότε προσήλθεν εις την θεωρίαν του Θεού. Παρομοίως προς αυτόν και εις τους κατοπινούς χρόνους λέγουν ότι ο σοφός Δανιήλ7, αφού εδιδάχθη καλά την σοφίαν των Χαλδαίων εις την Βαβυλώνα, τότε κατέγινεν εις την μελέτην των θείων διδαγμάτων. Αλλά διά το ότι τα εξωτερικά μαθήματα δεν είναι άχρηστα εις τας ψυχάς, έχουν ειπωθή αρκετά. Πώς όμως πρέπει να τα διδασκώμεθα, θα το ειπώ εις τα εξής. Πρώτον λοιπόν, ως προς αυτά που λέγουν οι ποιηταί, διά να αρχίσω από αυτούς, επειδή διαφέρουν εις τας διδασκαλίας, δεν πρέπει εις όλα να δίδετε προσοχήν. Αλλ’ όταν διηγούνται τας πράξεις ή τους λόγους των καλών ανδρών, αυτούς πρέπει και να τους αγαπάτε και να τους μιμήσθε και μάλιστα να προσπαθήτε, όσον ημπορείτε, να τους ομοιάσετε. Όταν όμως διηγούνται πράξεις πονηρών ανδρών, πρέπει να αποφεύγετε την μίμησίν των, με το να βουλώνετε τα αυτιά σας, όχι ολιγώτερον από όσον λέγουν εκείνοι ότι έκαμνεν ο Οδυσσεύς, διά να μη ακούση (σημ. Άγγελου Σακκέτου: δια να μη παραπλανηθή από ) τα τραγούδια των Σειρήνων8. Διότι η συνήθεια να ακούη κανείς τους κακούς από τους λόγους, είναι κάποιος δρόμος διά να φθάση εις τα πράγματα. Διά τούτο λοιπόν πρέπει με κάθε προσοχήν να προφυλάσσωμεν την ψυχήν9, μη τυχόν με την γλυκύτητα των λόγων, χωρίς να το καταλάβωμεν δεχθούμεν και κάτι κακόν, όπως ακριβώς αυτοί που παίρνουν μαζί με το μέλι και το δηλητήριον10. Λοιπόν δεν θα επαινέσωμεν καθ’ όλα τους ποιητάς. Ούτε όταν υβρίζουν, ούτε όταν εμπαίζουν, ούτε όταν περιγράφουν τους εραστάς και τους μεθύσους, ούτε όταν περιορίζουν την ευτυχίαν εις το πλούσιον τραπέζι και τα άσεμνα τραγούδια. Πολύ δε περισσότερον δεν θα τους προσέξωμεν, όταν ομιλούν διά τους θεούς και μάλιστα όταν διηγούνται ότι είναι πολλοί και ότι αυτοί δεν έχουν ομόνοιαν. Διότι μεταξύ των ο αδελφός συγκρούεται προς τον αδελφόν και ο πατέρας προς τα παιδιά και εις αυτά πάλιν υπάρχει ακήρυχτος πόλεμος προς τους γονείς. Τας μοιχείας δε των θεών και τους έρωτας και τας φανεράς συνουσιάσεις και μάλιστα αυτάς που κάμνει ο κορυφαίος και ύπατος από όλους Ζευς –όπως λέγουν αυτοί- αυτά που και διά τα ζώα αν τα έλεγε κανείς θα εκοκκίνιζε, θα τα αφήσωμεν διά τους ηθοποιούς.
3. Τα ίδια λοιπόν αυτά ημπορώ να ειπώ και διά τους συγγραφείς και μάλιστα όταν συνθέτουν λόγους διά να ψυχαγωγήσουν τους ακροατάς. Δεν θα μιμηθούμεν ούτε την επιτηδειότητα των ρητόρων εις το να λέγουν ψέματα. Διότι το ψέμα δεν αρμόζει εις ημάς ούτε εις τα δικαστήρια ούτε εις άλλας πράξεις. Εις ημάς που έχομεν προτιμήσει τον σωστόν δρόμον και την αληθινήν ζωήν και που έχομεν νόμον να μη καταφεύγωμεν εις τα δικαστήρια. Αλλά θα δεχθούμεν από αυτούς εκείνα μάλιστα με τα οποία επήνεσαν την αρετήν ή εστιγμάτισαν την κακίαν. Όπως δηλαδή από τα άνθη άλλοι μεν απολαμβάνουν μόνον την ευωδίαν και το χρώμα, αι δε μέλισσαι ημπορούν να παίρνουν και το μέλι απ’ αυτά, έτσι λοιπόν και εδώ είναι δυνατόν, αυτοί που δεν επιδιώκουν μόνον το τερπνόν και το ευχάριστον από τους λόγους αυτούς να αποθησαυρίσουν και κάποιαν ωφέλειαν εις την ψυχήν των. Σύμφωνα λοιπόν με όλην την εικόνα των μελισσών πρέπει να χρησιμοποιήτε τα βιβλία. Διότι και εκείναι ούτε πηγαίνουν ομοίως εις όλα τα λουλούδια, ούτε πάλιν προσπαθούν να τα κουβαλήσουν ολόκληρα αυτά, εις τα οποία πετούν, αλλ’ αφού πάρουν από αυτά όσον είναι κατάλληλον εις την εργασίαν, το υπόλοιπον το αφήνουν και φεύγουν. Και ημείς εάν είμεθα σώφρονες, αφού αποκομίσωμεν απ’ αυτά όσον μας είναι οικείον και συγγενεύει προς την αλήθειαν τα υπόλοιπα θα τα παρατρέξωμεν. Και όπως, όταν κόπτωμεν από την τριανταφυλλιάν το άνθος, παραμερίζωμεν τα αγκάθια, έτσι και εις την περίπτωσιν των συγγραμμάτων αυτών, αφού καρπωθούμεν από αυτά όσον είναι χρήσιμον, ας προφυλαχθούμεν από το βλαβερόν. Ευθύς λοιπόν εξ αρχής πρέπει να εξετάζωμεν το καθένα από τα μαθήματα και να το προσαρμόζωμεν προς τον σκοπόν, φέροντες, σύμφωνα με την δωρικήν παροιμίαν11, την πέτραν προς το αλφάδι.
Και επειδή λοιπόν πρέπει με την αρετήν να φθάσωμεν εις την άλλην ζωήν, αυτή δε η αρετή έχει υμνηθή πολύ από τους ποιητάς και από τους συγγραφείς, ακόμη δε περισσότερον από άνδρας φιλοσόφους, πρέπει πάρα πολύ να προσέχωμεν εις τους λόγους αυτούς. Διότι η ωφέλεια δεν είναι μικρά, το να γεννηθή εις τας ψυχάς των νέων κάποια οικειότης και συνήθεια διά την αρετήν, επειδή ακριβώς τα τέτοια μαθήματα από την φύσιν τους είναι ανεξάλειπτα και εντυπώνονται βαθειά εξ αιτίας της απαλότητος των ψυχών. Ή διατί άλλο άραγε θα υποθέσωμεν ότι ο Ησίοδος12 εσκέφθη να συνθέση αυτά εδώ τα ποιήματα που όλοι τραγουδούν, εάν όχι διά να προτρέπη τους νέους εις την αρετήν; Διότι ο δρόμος που οδηγεί εις την αρετήν είναι εν πρώτοις τραχύς και δυσκολοπερπάτητος και ανηφορικός και γεμάτος από πολύν ιδρώτα και κόπον. Διά τούτο δεν είναι εύκολον εις τον καθένα να αρχίση να τον βαδίζη, διότι είναι ανηφορικός, ούτε αφού αρχίση να τον βαδίζη να φθάση εύκολα εις το τέρμα. Όταν όμως φθάση εις την κορυφήν ημπορεί να ιδή πόσον ομαλός και καλός είναι, πόσον δε εύκολος και ευκολοπερπάτητος και περισσότερον ευχάριστος από εκείνον που οδηγεί εις την κακίαν, και που ο ίδιος ο ποιητής είπεν ότι είναι εύκολον διά μιας να τον ακολουθήση κανείς. Μου φαίνεται λοιπόν ότι διά κανένα άλλον λόγον δεν τα είπεν αυτά παρά διά να μας προτρέπη εις την αρετήν και να μας παρακινή όλους να γινώμεθα καλοί και ακόμη διά να μη υποχωρήσωμεν πριν από το τέλος, αφού χαλαρώσωμεν από τους κόπους. Και φυσικά, εάν και κάποιος άλλος εξύμνησε την αρετήν παρομοίως με αυτά, ας δεχθούμεν τους λόγους, διότι μας φέρουν εις τον ίδιον σκοπόν.
4. Όπως δε εγώ έχω ακούσει από κάποιον άνθρωπον13, ικανόν να κατανοήση το πνεύμα του ποιητού, ολόκληρος η ποίησις εις τον Όμηρον είναι έπαινος της αρετής και όλα εις αυτόν, εκτός από αυτά που είναι επουσιώδη, οδηγούν προς την αρετήν. Μάλιστα δε εις εκείνα, όπου παρουσιάζει τον στρατηγόν των Κεφαλλήνων, όταν εσώθη γυμνός από το ναυάγιον, πρώτον μεν και με μόνην την εμφάνισίν του να προκαλέση τον σεβασμόν εις την βασιλοπούλαν, χωρίς καθόλου να τα χάση από εντροπήν, που παρουσιάσθη γυμνός, διότι πράγματι τον ενεφάνισε στολισμένον με αρετήν, αντί με ενδύματα. Έπειτα λοιπόν και από τους υπολοίπους Φαίακας εθεωρήθη τόσον σπουδαίος, ώστε όλοι αφού άφησαν την πολυτέλειαν εις την οποίαν εζούσαν, εθαύμαζαν και εζήλευαν εκείνον και κανένας από τους Φαίακας κατά την περίστασιν εκείνην δεν ηύχετο να είναι τίποτε άλλο περισσότερον, παρά να γίνη Οδυσσεύς. Και αυτά την στιγμήν που είχε σωθή από το ναυάγιον. Με αυτά δηλαδή –έλεγεν ο ερμηνευτής του πνεύματος του ποιητού- είναι ωσάν ο Όμηρος να λέγη με δυνατήν φωνήν ότι πρέπει, ω άνθρωποι, να φροντίζετε διά την αρετήν, η οποία και με τον ναυαγόν να συγκολυμβά, και όταν φθάση γυμνός εις την ξηράν, θα τον κάμη τιμιώτερον από τους ευτυχισμένους Φαίακας. Και πράγματι αυτή είναι η αλήθεια. Τα μεν άλλα από τα αποκτήματα δεν ανήκουν εις αυτούς που τα κατέχουν, παρά εις εκείνους που τα αποκτούν οπωσδήποτε, διότι μεταβάλλουν θέσιν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως συμβαίνει εις το παιχνίδι των κύβων. Η αρετή είναι το μόνον αναφαίρετον από τα κτήματα, διότι παραμένει εις τον άνθρωπον και εφόσον ζη και όταν πεθάνη. Διά τούτο και ο Σόλων λοιπόν μου φαίνεται ότι είπε προς τους πλουσίους αυτό εδώ:
«Αλλ’ ημείς δεν θα ανταλλάξωμεν μαζί τους / την αρετήν με τον πλούτον. Διότι η μεν αρετή είναι πάντοτε σταθερά / ενώ τα χρήματα τα έχει πότε ο ένας και πότε ο άλλος από τους ανθρώπους» 14.
Παρόμοια μ’ αυτά είναι και εκείνα του Θεόγνιδος, όπου λέγει ότι ο Θεός –οποιονδήποτε και αν λέγη- εις τους ανθρώπους κλίνει την ζυγαριάν άλλοτε προς την μίαν πλευράν και άλλοτε προς την άλλην, ώστε «άλλοτε μεν να είναι κάποιος πλούσιος και άλλοτε να μην έχη τίποτε» 15. Αλλά και ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα, κάπου εις τα συγγράμματά του έχει φιλοσοφήσει συγγενή μ’ αυτά διά την αρετήν και την κακίαν. Πρέπει λοιπόν να προσέξωμεν και αυτόν, διότι ο άνδρας δεν είναι αξιοκαταφρόνητος. Κάπως έτσι λέγει αυτός –καθόσον εγώ ενθυμούμαι τα νοήματα του ανδρός, διότι δεν γνωρίζω τα λόγια, πλην όμως γνωρίζω ότι έχει ομιλήσει έτσι απλά, χωρίς μέτρον-, ότι ο Ηρακλής, όταν ήταν νέος και είχε σχεδόν την ιδίαν ηλικίαν, που έχετε και σεις τώρα, ενώ εσυλλογίζετο ποίον από τους δύο δρόμους να ακολουθήση, αυτόν που με κόπους οδηγεί εις την αρετήν, ή τον εύκολον, προσήλθον δύο γυναίκες. Ήσαν δε αυταί η Αρετή και η Κακία. Αμέσως λοιπόν, μολονότι εσιωπούσαν, εφανέρωναν από την εμφάνισιν την διαφοράν των. Διότι η μεν ήταν καλλωπισμένην με την κομμωτικήν τέχνην και έπλεεν εις την πολυτέλειαν και έφερε κάθε είδος απολαύσεως. Αυτά λοιπόν επεδείκνυε και με το να υπόσχεται ακόμη περισσότερα από αυτά, επροσπαθούσε να τραβήξη κοντά της τον Ηρακλήν. Η άλλη δε ήταν εξησθενημένη και ισχνή. Έβλεπεν αυστηρά και ωμιλούσε διαφορετικά, διότι δεν υπέσχετο τίποτε το άνετον, ούτε το ευχάριστον, αλλ’ ιδρώτας πολλούς και κόπους και κινδύνους καθ’ όλην την ξηράν και θάλασσαν. Βραβείον δε δι’ όλα αυτά, όπως έλεγεν εκείνος, ήταν το να γίνη θεός. Αυτήν λοιπόν τελικά ηκολούθησεν ο Ηρακλής.
Και σχεδόν όλοι αυτοί που φημίζονται διά την σοφίαν των, ο καθένας, άλλος ολιγώτερον και άλλος περισσότερον, ανάλογα με την δύναμίν των, εξύμνησαν την αρετήν εις τα συγγράμματά των. Εις αυτούς πρέπει να δώσωμεν εμπιστοσύνην και να προσπαθήσωμεν να εφαρμόσωμεν τους λόγους των εις την ζωήν μας. Διότι αυτός που στηρίζει εμπράκτως την αρετήν που από τους άλλους φθάνει μόνο ως τα λόγια:
«αυτός μόνος είναι μυαλωμένος, οι άλλοι δε ωσάν σκιαί πετούν» 16.
Και αυτό μου φαίνεται ότι ομοιάζει ακριβώς με το παράδειγμα ζωγράφου, ο οποίος απεμιμήθη κάποιον άνθρωπον εξόχου ομορφιάς και που ο ίδιος ο άνθρωπος εις την πραγματικότητα ήταν, όπως εκείνος τον εζωγράφισεν εις τον πίνακά του17. Διότι το να επαινή κανείς εμφανώς την αρετήν δημοσίως και να εκφωνή δι’ αυτήν εκτενείς λόγους, ενώ κατ’ ιδίαν προτιμά την ηδονήν αντί της εγκρατείας και την πλεονεξίαν αντί της δικαιοσύνης, αυτός, κατά την γνώμην μου, ομοιάζει με τους ηθοποιούς που εις τα θέατρα υποκρίνονται διάφορα πρόσωπα των δραμάτων. Αυτοί πολλάς φοράς εμφανίζονται ωσάν βασιλείς και δυνάσται, ενώ δεν είναι ούτε βασιλείς, ούτε δυνάσται, αλλ’ ίσως ούτε καν ελεύθεροι. Εξ άλλου ο μουσικός μεν δεν θα ημπορούσε με την θέλησίν του να δεχθή να του είναι ανάρμοστος η λύρα, και ο κορυφαίος του χορού να μη έχη τον χορόν πάρα πολύ σύμφωνον προς αυτόν. Αυτός δε ο ίδιος θα συγκρουσθή προς τον εαυτόν του και δεν θα παρουσιάση βίον που να συμφωνή με τα λόγια του; Αλλά, θα είπη κατά τον Ευριπίδην: «η μεν γλώσσα ωρκίσθη, ο δε νους δεν ωρκίσθη» 18. Και θα επιδιώξη να φαίνεται ότι είναι ενάρετος, αντί να είναι19; Αλλ’ αυτό είναι το τελευταίον όριον της αδικίας, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν τον Πλάτωνα. Το να φαίνεται κανείς δίκαιος, ενώ δεν είναι20.
Έτσι λοιπόν ας αποδεχώμεθα αυτούς από τους λόγους που περιέχουν τας συμβουλάς διά τα καλά. Επειδή όμως και κατορθώματα σπουδαία των παλαιών ανδρών διασώζονται ως ημάς, με το να φυλάσσωνται ή εις την παράδοσιν της μνήμης ή εις τα έργα των ποιητών ή των συγγραφέων, ας μη παραλείψωμεν να ωφεληθούμεν και απ’ εδώ. Παραδείγματος χάριν, κάποιος από τους ανθρώπους της αγοράς ύβριζε τον Περικλή. Εκείνος όμως δεν τον επρόσεχε. Και αυτό διήρκεσεν όλην την ημέραν. Εκείνος μεν τον περιέλουζε αφθόνως με τας ύβρεις, αυτός δε δεν ενοιάζετο. Έπειτα, όταν πλέον εβράδυασε και εσκοτείνιασε και εκείνος έφευγεν, ο Περικλής τον συνώδευσε με φανάρι, διά να μη χάση την εξάσκησιν εις την φιλοσοφίαν της αρετής. Κάποιος άλλος πάλιν που ωργίσθη εναντίον του Ευκλείδη από τα Μέγαρα, τον ηπείλησε με θάνατον και μάλιστα ωρκίσθη. Αυτός δε αντίθετα ωρκίσθη οπωσδήποτε να τον εξιλεώση και να παύση να είναι ωργισμένος μαζί του. Πόσον αξίζει, όταν ο άνθρωπος κατέχεται από την οργήν, να ενθυμήται κάποιο από τα παραδείγματα αυτά; Διότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εις την τραγωδίαν που λέγει: «απλώς ο θυμός οπλίζει το χέρι εναντίον των εχθρών» 21, αλλ’ αντιθέτως μάλιστα να μη εξεγειρώμεθα καθόλου προς θυμόν. Εάν δε αυτό δεν είναι εύκολον, αφού βάλωμεν ωσάν χαλινάρι εις τον θυμόν την λογικήν να μη τον αφήνωμεν να προχωρή παραπάνω.
5. Ας επαναφέρωμεν πάλιν την συζήτησιν εις τα παραδείγματα των σπουδαίων πράξεων. Κάποιος επετέθη εναντίον του Σωκράτους, του υιού του Σωφρονίσκου, και τον εκτυπούσεν αλύπητα εις αυτό το πρόσωπον. Αυτός όμως δεν αντιδρούσεν, αλλ’ άφηνε τον μεθυσμένον να ικανοποιή την οργήν του εις τρόπον ώστε το πρόσωπόν του να πρήζεται κιόλας και να φλογίζεται από τα κτυπήματα. Όταν λοιπόν εσταμάτησε να τον κτυπά, ο Σωκράτης, όπως λέγεται, δεν έκαμε τίποτε άλλο από το να γράψη εις το μέτωπον, όπως εις τα αγάλματα το όνομα του γλύπτου, την επιγραφήν: ο τάδε μου το έκαμε22. Και αυτή ήταν η εκδίκησις. Επειδή αυτά τα παραδείγματα οδηγούν σχεδόν εις τον ίδιον σκοπόν με τα ιδικά μας των Γραφών, λέγω ότι αξίζει πολύ να τα μιμηθήτε και σεις εις την ηλικίαν αυτήν. Διότι αυτό εδώ που έπραξεν ο Σωκράτης είναι ανάλογον προς το παράγγελμα εκείνο που λέγει ότι: εις αυτόν που σε κτυπά εις την μίαν σιαγόνα, πρέπει να του προσφέρης και την άλλην23. Έτσι πρέπει να υπερασπίζωμεν τον εαυτόν μας. Αυτό δε που έπραξεν ο Περικλής ή ο Ευκλείδης συμφωνεί προς αυτό που λέγει: να υπομένωμεν τους διώκτας και να ανεχώμεθα με πραότητα την οργήν των24, καθώς και προς το άλλο: το να ευχώμεθα τα καλά εις τους εχθρούς και να μη καταρώμεθα25. Διότι αυτός που έχει προγυμνασθή εις αυτά δεν θα ημπορούσε να δυσπιστήση πλέον εις εκείνα του Ευαγγελίου με την ιδέαν ότι είναι ανεφάρμοστα. Δεν ημπορώ να παραβλέψω το παράδειγμα του (Mεγάλου) Αλεξάνδρου26. Αυτός όταν συνέλαβεν αιχμαλώτους τας θυγατέρας του Δαρείου, αι οποίαι εφημίζοντο διά την θαυμαστήν ομορφιάν, δεν κατεδέχθη ούτε καν να τας κυττάξη, διότι εθεώρησεν ότι είναι αισχρόν πράγμα, αυτός που ενίκησε τους άνδρας, να νικηθή από τας γυναίκας. Αυτό εδώ λοιπόν είναι το ίδιον με εκείνο: ότι εκείνος που θα κυττάξη γυναίκα με σκοπόν την ηδονήν, και αν εμπράκτως δεν διαπράξη την μοιχείαν, αλλά διά το ότι παρεδέχθη εις την ψυχήν του την επιθυμίαν27, δεν απαλλάσσεται από το έγκλημα. Το παράδειγμα δε του Κλεινίου, που ήταν ένας από τους μαθητάς του Πυθαγόρου28, είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν ότι κατά τύχην συνέπεσε προς τα ιδικά μας και ότι δεν εμιμήθη με επιμέλειαν. Τι ήταν αυτό που έπραξεν εκείνος; Ενώ ήταν δυνατόν ορκιζόμενος να γλυτώση το πρόστιμον τριών ταλάντων, εκείνος επροτίμησε να πληρώση παρά να ορκισθή. Και αυτό, καθ’ ην στιγμήν ενώ επρόκειτο με όρκον να ειπή την αλήθειαν. Μου φαίνεται ότι το έκαμε αυτό επειδή άκουσε το παράγγελμα που εις ημάς απαγορεύει τον όρκον29.
Αλλ’ ας ξαναγυρίσωμεν πάλιν εις αυτό, που από την αρχήν έλεγα, ότι δεν πρέπει δηλαδή να παραδεχώμεθα όλα ανεξαιρέτως, αλλ’ όσα είναι χρήσιμα. Πράγματι είναι απρεπές να απομακρύνωμεν τα βλαβερά από τα τρόφιμα και να μη εξετάζωμεν καθόλου αυτά από τα μαθήματα που τρέφουν την ψυχήν μας, αλλά ωσάν χείμαρρος παρασύροντες κάθε τι που ευρίσκεται εμπρός μας να το καταπίνομεν. Και όμως ποία δικαιολογία υπάρχει, ο μεν κυβερνήτης να μη αφήνη το πλοίον να παρασύρεται από τους ανέμους, αλλά να το κατευθύνη εις τα λιμάνια, και ο τοξότης να ρίπτη τα βέλη εις τον στόχον, ακόμη δε και αυτός που είναι σιδηράς ή μαραγκός να επιθυμή να επιτύχη τον σκοπόν της τέχνης του, εμείς δε να είμεθα κατώτεροι και από τους τεχνίτας αυτούς ως προς το να ημπορούμεν να αντιλαμβανώμεθα τα ιδικά μας πράγματα; Διότι δεν ημπορεί η μεν εργασία των χειρωνακτών να έχη κάποιον σκοπόν, ο δε ανθρώπινος βίος να μη έχη σκοπόν, προς τον οποίον αποβλέπων αυτός που δεν θέλει να εξομοιωθή καθ’ ολοκληρίαν προς τα άλογα ζώα, πρέπει να κάμνη το κάθε τι και να λέγη. Διαφορετικά, ημπορεί να γίνωμεν όπως τα ανερμάτιστα από τα πλοία, με το να περιφερώμεθα εις την ζωήν μας εδώ και εκεί, ωσάν να μη υπάρχη εις το πηδάλιον της ψυχής καμμία λογική. Αλλ’ όπως εις τους γυμναστικούς αγώνας, εάν δε θέλης, και εις τους μουσικούς, αι ασκήσεις γίνονται διά τα αγωνίσματα εκείνα, διά τα οποία πρόκειται να δοθούν στεφάνια, κανένας δε που ασκείται εις την πάλην ή το παγκράτιον δεν ασκείται εις την κιθάραν και την φλογέραν. Ούτε ο Πολυδάμας30 λοιπόν ησκείτο εις αυτά. Αλλ’ αυτός πριν γίνουν οι Ολυμπιακοί αγώνες εσταματούσε τα άρματα που έτρεχαν και με τα αγωνίσματα αυτά εδυνάμωνε. Και ο Μίλων31 δεν απωθείτο έξω από την αλειμμένην ασπίδα, αλλ’ ενώ εσπρώχνετο, αντείχεν όχι ολιγώτερον από τα αγάλματα που είναι στερεωμένα με μολύβι. Και γενικά αι ασκήσεις ήσαν δι’ αυτούς αι προετοιμασίαι διά τα έπαθλα. Εάν όμως εγκατέλειπαν την σκόνην και τα γυμναστήρια και ησχολούντο με την μουσικήν του Μαρσύου32 ή του Ολύμπου από την Φρυγίαν, θα επετύγχαναν να λάβουν αμέσως τα στεφάνια και την δόξαν ή με δυσκολίαν θα εξέφευγαν από το να γίνουν καταγέλαστοι διά την σωματικήν αντοχήν; Αλλ’ όμως ούτε ο Τιμόθεος θα άφηνε την μελωδίαν διά να χαζεύη εις τας παλαίστρας. Διότι δεν θα κατώρθωνε να γίνη τόσον ανώτερος από όλους τους άλλους εις την μουσικήν. Αυτός υπερείχε βέβαια τόσον πολύ κατά την τέχνην, ώστε με την ορμητικήν και αυστηράν αρμονίαν να διεγείρη και τον θυμόν και με την απαλήν πάλιν, όταν ήθελε, να τον χαλαρώνη και να τον καταπραΰνη. Με την τέχνην αυτήν και εις τον Αλέξανδρον, όταν κάποτε έπαιξε φρυγικόν μέλος, λέγεται ότι ενώ εδειπνούσε τον εξεσήκωσεν εις τα όπλα και ότι πάλιν τον επανέφεραν εις τους συμπότας του, αφού εχαλάρωσε την αρμονίαν. Τόσην μεγάλην δύναμιν και εις την μουσικήν τέχνην και εις τους γυμναστικούς αγώνας παρέχει η άσκησις διά την επιτυχίαν του σκοπού.
6. Επειδή δε εμνημόνευσα στεφάνια και αθλητάς πρέπει να ειπώ ότι αυτοί τότε αναλαμβάνουν τα αγωνίσματα εις το στάδιον, αφού υποφέρουν απείρους κόπους και αυξήσουν από παντού την δύναμίν των και αφού χύσουν πολύν ιδρώτα εις τας γυμναστικάς ασκήσεις και τιμωρηθούν πολύ από τον εκπαιδευτήν και ακολουθήσουν όχι την πολύ ευχάριστον δίαιταν, αλλ’ εκείνην που τους επιβάλλουν οι γυμνασταί και κατά τα άλλα, διά να μη χρονοτριβώ με το να τα αναφέρω, έτσι περνούν ώστε η ζωή των πριν από τον αγώνα να είναι εξάσκησις διά τον αγώνα. Και υφίστανται τα πάντα και κινδυνεύουν διά να λάβουν ένα στεφάνι από κότινον ή από σέλινον ή από κάτι άλλο από τα παρόμοια. Και αφού νικήσουν να διακηρυχθή το όνομά των από τον κήρυκα. Ημείς δε, εις τους οποίους πρόκεινται έπαθλα τόσον θαυμαστά και κατά το πλήθος και κατά το μέγεθος, ώστε να είναι αδύνατον να περιγραφούν με λόγια, με το να κοιμούμεθα και από τα δύο πλευρά και να διαιτώμεθα με πολλήν άνεσιν, θα είναι δυνατόν να πάρωμεν με το ένα χέρι μας; Αλλ’ όμως έτσι η τεμπελιά θα άξιζε πολλά εις την ζωήν. Και ο Σαρδανάπαλος θα εθεωρείτο ο πιο ευτυχής από όλους, ή και ο Μαργίτης33, εάν θέλης, διά τον οποίον ο Όμηρος είπεν –εάν βέβαια είναι του Ομήρου λόγια αυτά- δεν ήταν ικανός ούτε να οργώση ούτε να σκάψη ούτε να κάμη κάποιαν άλλην εργασίαν από τας χρησίμους εις την ζωήν. Αλλά μήπως ο λόγος του Πιττακού, ο οποίος είπεν ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς ενάρετος, δεν είναι περισσότερον αληθινός; Διότι αλήθεια, αφού κοπιάσωμεν πολύ, τότε μόλις και μετά βίας θα καταφέρωμεν να απολαύσωμεν τα αγαθά εκείνα, διά τα οποία παραπάνω ελέγαμεν ότι δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα εις τα ανθρώπινα. Δεν πρέπει λοιπόν ημείς να ραθυμούμεν, ούτε να ανταλλάσωμεν τας μεγάλας ελπίδας με την βραχυχρόνιον άνεσιν, εάν δεν θέλωμεν βέβαια να χλευασθούμεν και να τιμωρηθούμεν, όχι εδώ φυσικά από τους ανθρώπους (αν και τούτο δεν είναι μικρόν διά τον μυαλωμένον), αλλά εις τα δικαστήρια, που τυχαίνει να είναι είτε κάτω από την γην είτε και οπουδήποτε εις το σύμπαν. Διότι δι’ εκείνον που έχει αμαρτήσει χωρίς να το θέλη, ίσως υπάρξη κάποια συγχώρησις από τον Θεόν, δι’ εκείνον όμως που σκοπίμως εδιάλεξε το κακόν δεν θα υπάρξη καμμία παράκλησις, ώστε να μη τιμωρηθή πολλαπλάσια. Τι να κάμωμεν λοιπόν; Θα ημπορούσε να ειπή κάποιος. Τι άλλο από το να φροντίζωμεν διά την ψυχήν μας, αφού εντελώς σχολάζομεν από τας άλλας φροντίδας;
7. Δεν πρέπει λοιπόν εκτός από τας απαραιτήτους ανάγκας να υπηρετούμεν δουλικώς το σώμα. Αλλ’ εις την ψυχήν πρέπει να παρέχωμεν τα περισσότερα ωφέλιμα, με το να την ελευθερώνωμεν με την φιλοσοφίαν, ωσάν από φυλακήν, από κάθε επικοινωνίαν προς τα σωματικά πάθη και με το να κάμνωμεν συνάμα το σώμα ανώτερον από τα πάθη. Εις την κοιλίαν να προσφέρωμεν τα απαραίτητα και όχι τα ευχάριστα, όπως κάμνουν αυτοί που εφευρίσκουν τραπεζοκόμους και μαγείρους και διερευνούν όλην την ξηράν και την θάλασσαν διά να εύρουν φαγητά, ωσάν να πληρώνουν φόρους εις κάποιον σκληρόν κύριον. Αυτοί είναι αξιολύπητοι διά την ασχολίαν, διότι βασανιζόμενοι όχι ελαφρότερα από αυτούς που τιμωρούνται εις τον άδην, οι οποίοι ασκόπως υποδαυλίζουν την φωτιάν και κουβαλούν νερόν με το κόσκινον και το ρίπτουν εις τρυπημένον πιθάρι, δεν ησυχάζουν ποτέ από τους κόπους αυτούς. Το να ασχολήται κανείς με τα μαλλιά και τα ενδύματα περισσότερον από όσον χρειάζεται, αυτό, σύμφωνα με τον λόγον του Διογένους34, είναι μία φροντίδα ή των ταλαιπώρων ή των αδίκων. Ώστε το να είναι κάποιος και να ονομάζεται καλλωπιστής εξ ίσου νομίζω ότι πρέπει να θεωρήται από σας αισχρόν πράγμα, όπως η πορνεία και η επιβουλή των ξένων γάμων. Διότι κατά τι ημπορεί να διαφέρη, τουλάχιστον διά τον μυαλωμένον, το να έχη φορέσει κανείς πολυτελές ένδυμα ή το να φορή κάποιο από τα ευτελή ενδύματα, εφόσον κατά τίποτε δεν υστερεί τούτο εις το να απομακρύνη το κρύον και την ζέστην; Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν και τα άλλα πρέπει να ετοιμάζωνται, ώστε να μη είναι περισσότερα από την ανάγκην και να μη περιποιούμεθα το σώμα περισσότερον παρά τόσον, όσον είναι συμφερώτερον εις την ψυχήν. Διότι δεν είναι μικροτέρα εντροπή διά τον άνδρα, δι’ αυτόν βέβαια που πράγματι αξίζει να φέρη την ονομασίαν αυτήν, το να είναι καλλωπιστής και φιλοσώματος, όσον και το να κυριαρχήται από ένα άλλο από τα πάθη. Διότι το να καταβάλλη κάθε φροντίδα διά να έχη το σώμα του όσον ημπορεί πιο καλά, αυτό δεν είναι δουλειά ανθρώπου που γνωρίζει τον εαυτόν του. Ούτε ανθρώπου που γνωρίζει το σοφόν παράγγελμα, ότι δηλαδή ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλ’ ότι χρειάζεται περισσοτέραν σοφίαν, με την οποίαν ο καθένας από ημάς θα γνωρίση ποίος τέλος πάντων είναι. Αυτό όμως, εάν δεν καθαρίσωμεν τον νουν, είναι πράγμα πολύ πιο δύσκολον από όσον είναι το να ιδή τον ήλιον αυτός που έχει χαλασμένα τα μάτια. Το καθάρισμα όμως της ψυχής, δια να ομιλήσω και γενικά και ικανοποιητικά διά σας, είναι η περιφρόνησις των ηδονών που προέρχονται από τας αισθήσεις. Δηλαδή τα μάτια δεν πρέπει να ψυχαγωγούνται με τας ατόπους επιδείξεις των αγυρτών ή να βλέπουν σώματα που εξακοντίζουν το κεντρί της ηδονής. Ούτε να γεμίζουν αι ψυχαί από διεφθαρμένην μελωδίαν που φέρουν τα αυτιά. Διότι είναι φυσικόν από το είδος αυτό της μουσικής να γεννώνται πάθη που υποδουλώνουν και εξευτελίζουν την ψυχήν. Αλλ’ ημείς πρέπει να επιδιώκωμεν την άλλην, που είναι ανωτέρα και που οδηγεί υψηλότερα. Αυτήν εχρησιμοποίησε και ο Δαβίδ, ο ποιητής των ιερών ψαλμών, και εθεράπευσε, καθώς λέγουν, τον βασιλέα από την μανίαν της μελαγχολίας. Λέγεται δε ότι και ο Πυθαγόρας, όταν συνήντησε παρέαν μεθυσμένων, παρήγγειλε εις τον οργανοπαίκτην, που ήταν αρχηγός της διασκεδάσεως, να αλλάξη την αρμονίαν και να παίξη εις αυτούς το δωρικόν μέλος. Εκείνοι δε τόσον ήλθαν εις τα σύγκαλά των από το μέλος, ώστε επέταξαν τα στεφάνια και εντροπιασμένοι εγύρισαν εις τα σπίτια των. Άλλοι δε με την αύλησιν γίνονται έξαλλοι από ενθουσιασμόν και εξεγείρονται εις βακχικήν μανίαν. Τόσον πολύ διαφέρει το να χορτάση κανείς από καλήν ή κακήν μελωδίαν! Ώστε πρέπει να απέχωμεν τόσον πολύ από αυτήν που επικρατεί σήμερα, όσον και από οποιοδήποτε από τα ολοφάνερα αισχρά πράγματα. Αλλ’ όμως τα διάφορα αρώματα που προκαλούν ευχαρίστησιν εις την όσφρησιν με το να ανακατεύωνται εις τον αέρα, και το αρωμάτισμα του εαυτού μας με μυρωδικά, εντρέπομαι και να τα απαγορεύω. Τι δε θα ημπορούσε να ειπή κανείς διά το ότι δεν πρέπει να επιδιώκωμεν τας ηδονάς που προέρχονται από την αφήν και την γεύσιν, παρά ότι αυταί εξαναγκάζουν αυτούς που ασχολούνται με το κυνήγι αυτών να ζουν, όπως τα κτήνη που αποβλέπουν εις την κοιλίαν και τα υποκοίλια; Με μίαν δε λέξιν, αυτός που δεν θέλει να παραχωθή ωσάν εις τον βόρβορον μέσα εις τας ηδονάς, πρέπει να περιφρονή παντελώς το σώμα, ή τόσον μόνον πρέπει να το φροντίζη, όσον λέγει ο Πλάτων35, να το έχωμεν βοηθόν εις την φιλοσοφημένην ζωήν. Λέγων σχεδόν παρόμοια με τον Παύλον, ο οποίος συμβουλεύει ότι δεν πρέπει να φροντίζωμεν καθόλου διά το σώμα εις αφορμήν προς επιθυμίας36. Ή εις τι διαφέρουν αυτοί που φροντίζουν διά το σώμα, πώς θα είναι όσον το δυνατόν περισσότερον γερόν, και περιφρονούν την ψυχήν που θα χρησιμοποιήση, ωσάν να έχη καμμίαν αξίαν, αυτούς που φροντίζουν διά τα όργανα και παραμελούν την τέχνην που με αυτά ασκείται; Όλως διόλου λοιπόν το αντίθετον πρέπει. Να το περιορίζωμεν και να συγκρατώμεν, ωσάν θηρίον, τας ορμάς, και να αποκοιμίζωμεν τους θορύβους που αυτό εμβάλλει εις την ψυχήν με το να πλήττωμεν αυτό με την λογικήν, ωσάν με μαστίγιον, αλλά να μη, με το να χαλαρώνωμεν κάθε χαλινάρι της ηδονής, παραμελούμεν τον νουν, ώστε να οδηγήται όπως ο αμαξηλάτης που παρασύρεται από τα αφηνιασμένα και ασυγκράτητα άλογα. Πρέπει να ενθυμηθούμεν και τον Πυθαγόραν, ο οποίος, όταν επληροφορήθη ότι κάποιος από τους μαθητάς του επάχυνε πάρα πολύ τον εαυτόν του και με τας ασκήσεις και με τας τροφάς, είπε: «Συ δεν θα παύσης να κατασκευάζης βαρύτερον διά τον εαυτόν σου το δεσμωτήριον;». Διά τούτο λοιπόν και ο Πλάτων, λέγουν, επειδή προείδε την βλάβην που προέρχεται από το σώμα, εξεπίτηδες εγκατεστάθη εις την Ακαδημίαν, νοσηρόν μέρος της Αττικής, διά να περικόπτη την υπερβολικήν καλοπέρασιν του σώματος, όπως κλαδεύουν τα περιττά από την άμπελον. Εγώ δε έχω ακούσει από τους ιατρούς ότι η άκρα ευρωστία είναι μάλιστα επιβλαβής37.
8. Όταν λοιπόν αυτή η υπερβολική φροντίδα είναι και ασύμμετρος διά το ίδιον το σώμα και γίνεται εμπόδιον εις την ψυχήν, τότε ασφαλώς και η υποδούλωσις εις αυτό και η περιποίησις είναι ξεκάθαρη τρέλλα. Αλλ’ όμως, εάν πράγματι εφροντίζαμεν να το περιφρονούμεν, δεν θα είχαμεν καιρόν να θαυμάζωμεν τίποτε άλλο από τα ανθρώπινα. Διότι εις τι θα χρησιμοποιήσωμεν πλέον τον πλούτο, εάν περιφρονούμεν τας σωματικάς ηδονάς; Εγώ μεν δεν βλέπω την χρησιμότητα, εκτός εάν προκαλή κάποιαν ευχαρίστησιν το να ξενυχτά κανείς επάνω εις τους παραχωμένους θησαυρούς, όπως έκαμναν οι δράκοι των παραμυθιών. Αυτός βέβαια που έχει μορφωθή να είναι ελεύθερος από τέτοια πράγματα θα δυσκολευθή πολύ να προτιμήση ποτέ εμπράκτως ή με τον λόγον κάτι τι το ταπεινόν και ανάρμοστον. Διότι το παραπάνω από την ανάγκην, είτε αυτό είναι σκόνη χρυσού από τον Λυδικόν ποταμόν, είτε προϊόν των χρυσοφόρων μυρμήγκων38, τόσον πιο πολύ θα το περιφρονήση, όσον πιο ολιγώτερον θα το χρειάζεται. Αυτήν δε την ανάγκην θα την καθορίζουν βέβαια όχι αι τέρψεις, αλλ’ αι φυσικαί ανάγκαι. Διότι αυτοί οι οποίοι ξεπερνούν τα φυσικά όρια, ομοιάζοντες προς τους κατρακυλούντας τον κατήφορον και μη έχοντας πού να πατήσουν, δεν σταματούν πουθενά εις την ορμήν των προς τα εμπρός. Αλλ’ όσον περισσότερα αποκτούν τόσον περισσότερα χρειάζονται ή και περισσότερα διά να εκπληρώσουν την επιθυμίαν, σύμφωνα προς τον Σόλωνα, τον υιόν του Εξηκεστίδου, ο οποίος λέγει: «του ανθρωπίνου πλούτου δεν υπάρχει κανένα φανερόν τέρμα» 39. Πρέπει δε να έχωμεν ως διδάσκαλον δι’ αυτά και τον Θέογνιν, ο οποίος λέγει: «Δεν επιθυμώ να πλουτήσω, ούτε το εύχομαι. Αλλά μακάρι να ζω με τα ολίγα και να μη έχω κανένα κακόν» 40.
Εγώ δε θαυμάζω και τον Διογένη διά την περιφρόνηησίν του προς κάθε τι το ανθρώπινον. Αυτός απέδειξεν ότι είναι πλουσιώτερος από τον μεγάλον βασιλέα, διότι εχρειάζετο ολιγώτερα διά την ζωήν του πράγματα από εκείνον. Δι’ ημάς λοιπόν δεν θα ήταν αρκετά και αν ακόμη είχαμεν τα τάλαντα του Πυθίου από την Μυσίαν και τόσα και άλλα τόσα στρέμματα γης, ή αριθμούσαμεν πολύ περισσότερα πλήθη από ζώα. Αλλά, νομίζω, αρμόζει και όταν απουσιάζη ο πλούτος, να μη τον ποθούμεν, και όταν υπάρχη, να μη μεγαλοφρονούμεν διά την κατοχήν του, αλλά, δια το ότι γνωρίζομεν να τον διαχειριζόμεθα. Διότι το απόφθεγμα του Σωκράτους είναι σωστόν41. Αυτός, όταν κάποιος πλούσιος άνθρωπος εκαυχάτο διά τα χρήματα, είπεν ότι δεν θα τον θαυμάση πριν μάθη ότι γνωρίζει και να τα χρησιμοποιή. Ή ο Φειδίας μεν και ο Πολύκλειτος, εάν υπερηφανεύοντο διά το χρυσάφι και το ελεφαντοστούν, από τα οποία ο μεν Φειδίας κατεσκεύασε τον Δία εις τους Ηλείους, ο δε την Ήραν εις τους Αργείους, θα ήταν καταγέλαστοι, διότι θα εκαμάρωναν με ξένον πλούτον και θα άφηναν την τέχνην των, με την οποίαν και ο χρυσός απεδείχθη πιο γλυκός και πιο πολύτιμος. Ημείς δε με το να θεωρούμεν ότι η ανθρωπίνη αρετή δεν αρκεί μόνη της προς στολισμόν, νομίζομεν ότι κάμνομεν πράγματα που είναι άξια διά μικροτέραν εντροπήν;
Αλλ’ έστω, θα περιφρονήσωμεν λοιπόν τον πλούτον και θα υποτιμήσωμεν τας αισθησιακάς τέρψεις. Θα επιδιώξωμεν όμως τας κολακείας και τα θωπεύματα και θα ζηλέψωμεν την πανουργίαν και την δολιότητα της αλεπούς του Αρχιλόχου42; Όχι! Διότι δια τον μυαλωμένον δεν υπάρχει κάτι άλλο πού πρέπει να αποφεύγη περισσότερον από το να ζη δια την δόξαν και να εξετάζη αυτά που οι πολλοί επικροτούν και να μη κάμνη τον ορθόν λόγον οδηγόν του βίου, ώστε, και εάν χρειασθή να αντιλέγη προς όλους τους ανθρώπους, και εάν περιφρονηθή και διατρέχη τον κίνδυνον χάριν του καλού, να μη προτιμήση να μετακινήση τίποτε από αυτά που είναι αποδεδειγμένως σωστά. Ή αυτός που δεν συμπεριφέρεται έτσι, κατά τι θα είπωμεν υστερεί από τον Αιγύπτιον σοφιστήν43, ο οποίος εγίνετο φυτόν και θηρίον, όταν ήθελε, και φωτιά και νερόν και όλα τα πράγματα; Εάν λοιπόν και αυτός άλλοτε μεν θα επαινέση την δικαιοσύνην εμπρός εις εκείνους που την τιμούν, άλλοτε δε θα ειπή τα αντίθετα λόγια, όταν αντιληφθή ότι η αδικία προκόπτει, αυτό είναι πράγμα που συνηθίζουν οι κόλακες. Και όπως διά την σαρανταποδαρούσαν λέγουν ότι προσαρμόζεται ανάλογα προς το χρώμα του υποκειμένου χώματος, έτσι και αυτός μεταβάλλει την γνώμην του προς τας γνώμας των συντρόφων του.
Αλλ’ αυτά θα τα μάθωμεν τελειότερα και από τας ιδικάς μας Γραφάς. Προς το παρόν, όμως, θα σκιαγραφήσωμεν την αρετήν από τα εξωτερικά μαθήματα. Διότι δι’ αυτούς δε που με φροντίδα συλλέγουν από κάθε πράγμα την ωφέλειαν από παντού φυσικά προστίθενται πολλά, όπως συμβαίνει εις τα μεγάλα από τα ποτάμια. Αυτό δε που επίστευεν ο ποιητής44 ήταν σωστό: ότι δηλαδή το να προσθέτη κανείς το ολίγον επάνω εις το ολίγον, έχει σημασίαν όχι μόνον διά να αυξήση το αργύριον, αλλά και οποιανδήποτε γνώσιν. Ο Βίας λοιπόν εις το παιδί του που αναχωρούσε διά την Αίγυπτον και τον ερωτούσε τι πρέπει να κάμνη διά να τον ευχαριστή πάρα πολύ, του είπεν: «εάν αποκτήσης εφόδιον διά τα γηρατεία» 45, εννοών βέβαια την αρετήν ως το εφόδιον, και περιγράφων αυτήν με ολίγας λέξεις. Αυτός βέβαια καθώριζε την ωφέλειαν που προέρχεται από αυτήν εις τον ανθρώπινον βίον. Εγώ δε και αν κάποιος ομιλή διά τα γηρατεία του Τιθωνού46 ή του Αργανθωνίου ή και του ιδικού μας Μαθουσάλα47 που υπήρξε μακροβιώτατος, ο οποίος λέγεται ότι έζησε εννεακόσια εβδομήντα χρόνια, και αν λογαριάζη όλον τον χρόνον από τότε που εδημιουργήθησαν οι άνθρωποι, θα γελάσω σαν να είναι παιδική σκέψις, με το να αποβλέπω εις την μακράν και αγήραστον αιωνιότητα, της οποίας δεν ημπορούμεν να συλλάβωμεν με την σκέψιν μας κανένα τέρμα, ή πολύ δε περισσότερον να υποθέσωμεν τέλος της αθανάτου ψυχής. Δι’ αυτήν την αιωνιότητα θα εσυμβούλευα να αποκτάτε τα εφόδια, κινούντες, σύμφωνα με την παροιμίαν, κάθε λίθον, από όπου ημπορεί να προέλθη εις σας κάποια ωφέλεια δι’ αυτήν. Δεν πρέπει να διστάσωμεν, επειδή αυτά είναι δύσκολα και χρειάζονται κόπον. Αλλ’ αφού ενθυμηθούμεν αυτόν που μας εσυνεβούλευσεν48, ότι ο καθένας μόνος του πρέπει να διαλέγη τον άριστον βίον, να περιμένη δε ότι με την συνήθειαν θα γίνη ευχάριστος, να επιχειρούμεν τα άριστα. Διότι είναι απρεπές να αφήνωμεν τον παρόντα καιρόν να χάνεται, ύστερα δε να αναπολούμεν τα περασμένα, οπότε καμμία ωφέλεια πλέον δεν θα υπάρξη με το να στενοχωρούμεθα.
Εγώ λοιπόν αυτά που κρίνω ότι είναι άριστα, άλλα μεν τώρα είπα, άλλα δε θα σας συμβουλεύσω καθ’ όλην την ζωήν. Σεις δε από τας τρεις ασθενείας, μη φανήτε ότι πάσχετε από την αθεράπευτον, μήτε να δείξετε ότι η αρρώστια της διανοίας είναι παρομοία προς εκείνην που έχουν αυτοί, οι οποίοι είναι άρρωστοι εις τα σώματα. Διότι αυτοί μεν που υποφέρουν τας μικράς από τας ασθενείας, αυτοί επισκέπτονται τους ιατρούς. Αυτοί δε που έχουν καταληφθή από βαρυτέρας ασθενείας, καλούν κοντά τους αυτούς που θα τους θεραπεύσουν. Αυτοί δε που έχουν φθάσει ολότελα εις αθεράπευτον μελαγχολίαν, αυτοί, και όταν οι ιατροί έρχωνται, δεν τους πλησιάζουν. Αυτό μακάρι να μη το πάθετε σεις, με το να αποφεύγετε αυτούς που έχουν σωστάς σκέψεις.

Υποσημειώσεις:
1. Βλ. Έργα και Ημέραι, 293-296. Ο ποιητής Ησίοδος έζησε το 800 περίπου π.Χ. Το σχετικόν χωρίον έχει ως εξής: «Ούτος μεν μακαριστός, ος αυτός πάντα νοήση εσθλός δ’ αυ κακείνος, ος ευ ειπόντι πέπηται. Ος δε κε μητ’ αυτός νοέη μητ’ άλλου ακούω εν θυμώ βάληται, ο δ’ αυτ’ αχρήιος ανήρ».
2. Υπάρχει εδώ υπαινιγμός του Ματθ. 6, 33.
3. Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 608 Β. Πρβλ. Εβρ. 12, 1 – Α’ Κοριν. 9, 25.
4. Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 429 DE.
5. Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 516 Β.
6. Πράξ. 7, 22.
7. Δαν. 1, 4-5.
8. Βλ. Οδύσσεια ιβ’, 39 κ.εξ., 154 κ.εξ.
9. Παροιμ. 4, 23 «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν».
10. Βλ. Πλάτωνος, Νόμοι 2, 659 Β. Την ιδίαν εικόνα μεταχειρίζονται και άλλοι συγγραφείς, θύραθεν και εκκλησιαστικοί.
11. Πλην του Βασιλείου χρησιμοποιούν την ιδίαν παροιμίαν και ο Γρηγόριος Θεολόγος, Επιστολή 38, PG 37, 80 Α και Ιω. Χρυσόστομος, Εις Α’ Κορ. Ομιλία 35, 3, PG 60, 300.
12. Βλ. Έργα και Ημέραι, 285-290. «Της δ’ αρετής ιδρώτα θεοί προπάροιθεν έθηκαν αθάνατοι μακρός δε και όρθιος οίμος εις αυτήν και τραχύς το πρώτον». Το χωρίον τούτο κατέστη περίφημον εις την αρχαιότητα και παραπέμπουν εις αυτό ο Πλάτων, Πολιτεία 364 CD, και ο Ξενοφών, Απομνημονεύματα 2, 1. 20. Πρβλ. και Ματθ. 7, 13 κ.εξ.
13. Πιθανόν είναι ο Λιβάνιος, του οποίου μαθήματα παρηκολούθησεν ο Βασίλειος εις την Κωνσταντινούπολιν και του οποίου η εκτίμησις διά τα Ομηρικά έπη ήτο μεγάλη.
14. Βλ. Πλουτάρχου, Βίος Σόλωνος 3.
15. Βλ. Θέογνις, Ελεγεία 157.
16. Οδύσσεια 10, 495. Πρβλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 386 D.
17. Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 472 D.
18. Ευριπίδης, Ιππόλυτος 612.
19. Βλ. Αισχύλου, Οι επτά επί Θήβας 592. Πρβλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 361 Β. Γρηγορίου Θεολόγου, Επιτάφιος εις Καισάρειαν 6 και Επιτάφιος εις Βασίλειον 60.
20. Βλ. Πλάτωνος Πολιτεία 361 Α και 335 Α. Πρβλ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα 1, 7, 1.
21. Βλ. Πλουτάρχου, Βίος Περικλέους 5. Πρβλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, Κατά Θυμού 25, PG 37, 833 κ.εξ.
22. Υπαινίσσεται την επιγραφήν του περιφήμου αγάλματος του Ολυμπίου Διός «Φειδίας Χαρμίδου υιός Αθηναίος μ’ εποίησεν».
23. Ματθ. 5, 39.
24. Ματθ. 5, 44.
25. Ματθ. 5, 44.
26. Αρριανού, Ανάβασις 4, 19, 7. Πρβλ. Πλουτάρχου, Περί της Αλεξάνδρου τύχης 6, 338 DE και Βίος Αλεξάνδρου 21 κ.εξ.
27. Ματθ. 5, 28.
28. Ιαμβλίχου, Βίος Πυθαγόρου 28.
29. Έξοδ. 20, 7. Δευτερ. 5, 11.
30. Πολυδάμας. Υπήρξε περίφημος αθλητής. Βλ. Παυσανίας 6, 5. Πρβλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 338 C.
31. Μίλων. Περίφημος παλαιστής καταγόμενος από τον Κρότωνα της νοτίου Ιταλίας (6ος αιών π.Χ.). Κατήγαγε πολλάς νίκας εις τους Ολυμπιακούς και λοιπούς αγώνας της αρχαίας Ελλάδος.
32. Ο Μαρσύας και ο μαθητής αυτού Όλυμπος κατήγοντο από την Φρυγίαν της Μ. Ασίας. Φέρονται δε ως μυθικά πρόσωπα (Βλ. Ηροδότου 7, 26. Ξενοφώντος, Ανάβασις 1, 2, 8).
33. Μαργίτης. Πρόσωπον αρχαιοτάτου κωμικού ποιήματος, αποδιδομένου εις τον Όμηρον. Ο Βασίλειος εδώ φαίνεται να έχη επιφυλάξεις ως προς την απόδοσίν του εις τον Όμηρον. Οι σχετικοί στίχοι του ποιήματος έχουν ούτω:
«Πολλ’ ηπίστατο έργα, κακώς δ’ ηπίστατο πάντα
τον δ’ ούτ’ οφ’ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτε αροτήρα,
ούτ’ άλλως τι σοφόν πάσης δ’ ημάρτανε τέχνης».
(Βλ. Και Κλήμεντος Αλεξ., Στρωμ. 4, 2).
34. Διογένους Λαερτίου 6, 2, 54. «Διογένης μειράκιον ιδών καλλωπιζόμενον έφη. ει μεν προς άνδρας, ατυχείς ει δε προς γυναίκας, αδικείς».
35. Πλάτωνος, Πολιτεία 411 Α.
36. Ρωμ. 13, 14. Γαλάτ. 5, 16.
37. Υπαινίσσεται ενταύθα ο Βασίλειος, όπως και αλλαχού των έργων του (Βλ. ομιλία Περί νηστείας α΄ 9 και β΄ 7) τον ιπποκράτειον αφορισμόν 1, 3 «εν τοις γυμναστικοίσιν αι επ’ άκρον ευεξίαι σφαλεραί, ην εν τω εσχάτω έωσιν».
38. Περί των χρυσοφόρων μυρμήγκων ομιλεί ο Ηρόδοτος Γ’ 102 κ.εξ.
39. Βλ. εις Σόλωνα, απόσπ. 1, 5, 7 Diehl, και Θέογνις 227.
40. Βλ. Θέογνις, 1155-1156.
41. Ο Σωκράτης υπαινίσσεται εδώ τον βασιλέα των Περσών Δαρείον (Βλ. Δίων Χρυσόστομος, Περί βασιλείας, λόγος 3, 102).
42. Αρχίλοχος Πάριος. Λυρικός ποιητής, ζήσας περί το 708-628 π.Χ. Συνέταξε σατίρας, αλλ’ ο μύθος του περί της αλώπεκος, ο οποίος κατέστη περίφημος εις την αρχαιότητα, δεν διεσώθη. Το χωρίον μνημονεύει ο Πλάτων, Πολιτεία 365 C.
43. Πρόκειται περί του Πρωτέως, του μυθικού «θαλασσίου γέροντος». (Βλ. Οδύσσεια δ’ 384 κ.εξ., 455 κ.εξ.). Ο Βασίλειος φαίνεται ότι δανείζεται την έκφρασιν από τον Πλάτωνα, Ευθύδημος, 288 Β «αλλά τον Πρωτέα μιμείσθον, τον αιγύπτιον σοφιστήν», υπό την έννοιαν του θαυματοποιού.
44. Βλ. Ησιόδου, Έργα και Ημέραι 359. Αντίστοιχος προς τούτο είναι η παροιμία «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι».
45. Βλ. Διογένους Λαερτίου 1, 5, 88 Β.
46. Τιθωνός: μυθικό πρόσωπον. Η σύζυγός του Ηώ εζήτησε από τον Δίαν να τον κάμη αθάνατον, αλλ’ ελησμόνησε να ζητήση να του δώση και την αιωνίαν νεότητα. Έζησε μέχρι βαθυτάτου γήρατος και μόνον η φωνή του παρέμεινε νεανική.
47. Γέν. 5, 25 κ.εξ.
Πρόκειται περί του Πυθαγόρου (Βλ. Πλουτάρχου, Περί Εξορίας 8).
(Από την σειρά :«ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», «ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΡΓΑ 7», των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς»,Θεσσαλονίκη 1973, με επόπτας τους Καθηγητάς Πανεπιστημίου: ΠΑΝ. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ & ΣΤΕΡ. Ν. ΣΑΚΚΟ, και Επιμελητάς τους Διδάκτορες της Θεολογίας: ΒΑΣ. Ν. ΨΕΥΤΟΓΚΑ & ΘΕΟΔ. Ν. ΖΗΣΗ).

 http://www.sakketosaggelos.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου