Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολύμπιοι θεοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ολύμπιοι θεοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι προσωνυμίες της θεάς Αθηνάς

Η Αθηνά είναι η πολυσχιδέστερη θεότητα του Ελληνικού Πάνθεου, συνειλημμένη από τη θεά Μήτη, τη θεοποίηση της σοφίας κα» της νοημοσύνης γενικότερα, κατά τη συνεύρεση της με το Δία. Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων όμως, έχοντας χρησμό πως το επόμενο παιδί της Μήτης θα γινόταν δυνατότερο από τον πατέρα του, κατάπιε τη Μήτη, κατά τη συνήθη θεϊκή συνήθεια για εξουδετέρωση κάποιου άλλου αθάνατου. Έτσι η Αθηνά, κυοφορημένη από τον ίδιο το Δία και μέσα στο κεφάλι του, βγήκε από αυτό πάνοπλη, και είναι θεά της σοφίας και της δικαιοσύνης. ΓΓ αυτό, διδάσκοντας τις τέχνες, σαν «Εργάνη», έγινε διαδότρια της σοφίας και, σαν «Πρόμαχος» και «Σώτειρα», όταν πολεμούσε, δε χαιρόταν με τον πόλεμο, όπως ο αδελφός της ο Άρης, αλλά η συμμετοχή της σε πολεμική σύρραξη στόχο είχε την εδραίωση της ειρήνης, η οποία όμως είναι αδύνατη χωρίς τη δικαιοσύνη. Και η Αθηνά πολεμούσε για την εδραίωση της δικαιοσύνης. ΓΓ αυτό ίδρυσε για τους Αθηναίους το δικαστήριο του Άρειου Πάγου, ο οποίος ήταν βέβαια κληρωτό δικαστήριο αλλά δεν ήταν το ανώτατο της κλασικής Αθήνας, όπως συνήθως πιστεύεται- ήταν όμως το πρώτο με σαφήνεια οργανωμένο, για να δικάζει τις ανθρωποκτονίες και η πρώτη δίκη που έκανε ήταν εκείνη του Ορέστη, για μητροκτονία. Στην κλασική Αθήνα ανώτατο δικαστήριο ήταν η Ηλιαία, η οποία φυσικά ήταν κληρωτή, όπως και το 99% των αξιωματούχων της πόλης της Παλλάδας.
Τα καταγραμμένα επίθετα της θεάς Αθηνάς είναι 45. Η χριστιανική θρησκεία στη θέση της Αθηνάς έβαλε την Παναγία που είναι και εκείνη παρθένα σαν την Αθηνά αλλά και πολυώνυμη σαν την Αθηνά. Γιατί, όπως είναι γνωστό, ο Χριστιανισμός μιμήθηκε τον Ελληνισμό και αν αφαιρεθεί από το Χριστιανισμό κάθε τι το ελληνικό, ελάχιστα θα του μείνουν. Πάντως στην αντικατάσταση της Αθηνάς με την Παναγία οφείλουμε τη διάσωση του Παρθενώνα, οποίος μετατράπηκε σε ναό της Παναγίας κι έτσι γλίτωσε την καταστροφή από τους χριστιανούς.
Το πιο γνωστό επίθετο της Αθηνάς ήταν και είναι Παλλάδα. Και γι’ αυτό θα το αναλύσουμε στο τέλος. Άλλα γνωστά και συνήθη επίθετα της θεάς είναι «Πρόμαχος-Σώτειρα» και «Εργάνη», όπως έχει γίνει ήδη σχετική μνεία.
Στα ομηρικά Έπη η Πρόμαχος-Σώτειρα Αθηνά είναι με το μέρος των Ελλήνων και βοηθάει το Διομήδη να τραυματίσει την Αφροδίτη και τον Άρη. Στα παράπονα του θεού του πολέμου στο Δία, ο Άρης κατσαδιάζεται από τον πατέρα των θνητών και τον αθανάτων- ο Δίας πήρε φυσικά το μέρος της κορούλας του. Σε αυτοπρόσωπη μονομαχία με τον Άρη τον τραυματίζει, εκσφενδονίζοντας του ένα βράχο στον αυχένα που τον ξάπλωσε κάτω παραλυμένο.   Βοήθησε  και  τον Αχιλλέα  να  νικήσει  τον Έκτορα.  Υπήρχε χρησμός που έλεγε πως, αν τα άλογα του Ρήσου φάνε χορτάρι από την Τρωάδα θα νίκαγαν οι Τρώες. Ο Ρήσος ήταν να έρθει σε βοήθεια των Τρώων. Για να μην προλάβουν όμως τα άλογα να φάνε χορτάρι από την Τρωάδα, η Αθηνά βοήθησε τον Οδυσσέα και το Διομήδη να σκοτώσουν το Ρήσο.
Σε καιρούς ακόμα παλιότερους, βοήθησε τον Ηρακλή στο δύσκολο έργο του, να απαλλάξει την ανθρωπότητα από διάφορα δεινά αλλά και να τραυματίσει το θεό του πολέμου. Στοργική κόρη του πατέρα της, βοήθησε το Δία και τους άλλους θεούς στον αγώνα τους κατά των Γιγάντων και θάβει το φοβερό Εγκέλαδο εκσφενδονίζοντας του τη Σικελία ολόκληρη.
Στα ιστορικά χρόνια, το 490 π.χ.χ. η Πρόμαχος-Σώτειρα Αθηνά υπεράσπισε με τη λάμψη της αιχμής του δόρατος της την Αθήνα, όταν οι Μηδο-Πέρσες, μετά την ήττα τους στο Μαραθώνα, μπήκαν στα πλοία και έπλευσαν προς την Αθήνα, ελπίζοντας να τη βρουν χωρίς μαχητές. Βέβαια οι Μαραθωνομάχοι είχαν προλάβει να επιστρέψουν, αλλά οι Μηδο-Πέρσες στην καμπή του Σουνίου είδαν τη λάμψη της αιχμής του δόρατος της Αθηνάς και δεν τόλμησαν να αναπλεύσουν για την Αθήνα.
Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, πριν την αποφασιστική σύγκρουση των Ελλήνων με τους Μηδο-Πέρσες στη Σαλαμίνα η Πρόμαχος-Σώτειρα Αθηνά σε συνεργασία με το Θεμιστοκλή, έβαλε τον οικουρό της όφη να μη φάει το συνήθη προσφερμένο πλακούντα κι έτσι έπεισε τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να υπερασπίσουν τη γη τους στη θάλασσα.
Άλλο επίθετο συχνό της Αθηνάς είναι «Εργάνη». Σαν Εργάνη η Αθηνά είναι η εφευρέτρια όλων των τεχνών και βοήθησε τους ανθρώπους στον εκπολιτισμό τους. Η παρουσία της ήταν απαραίτητη σ’ όλα τα μεγάλα έργα. Συνέβαλε στην κατασκευή της Αργώς και άλλων πλοίων, όπως το πλοίο του Τηλέμαχου. Καθοδήγησε την κατασκευή του Δούρειου Ίππου, δίδαξε την ύφανση στην Πανδώρα και γενικά στους ανθρώπους, χάρισε την ελιά και την καλλιέργεια της στους Αθηναίους και φυσικά σ’ όλο τον κόσμο. Δίδαξε τον πυρρίχιο στους Κουρήτες και τη γλυπτική στην ανθρωπότητα φτιάχνοντας το πρώτο άγαλμα, το παλλάδιο. Αναδείχτηκε σε κύρια θεόπγτα της ειρήνης και του πολιτισμού.

Ας δούμε τώρα τα άλλα πολυάριθμα επίθετα της θεάς Αθηνάς κατά αλφαβητική σειρά.

1) Αγέστρατη: σημαίνει την οδηγό του στρατού. 2) Αδάματη: σημαίνει την αδάμαστη.   3)  Αλαλκομενηίδα:  σημαίνει   εκείνη  που   είχε  ανατραφεί  στις Αλαλκομενές, πόλη της Βοιωτίας κοντά στο ρυάκι Τρίτωνα στα νότια της Κωπάίδας. 4) Αγελείη: που άγει λεία. 5) Ακραία: γιατί βρισκόταν φρουρός στις κορυφές των βουνών. 6) Αξιόποινη: επειδή τιμωρούσε δίκαια κάθε άνομη πράξη. 7) Απατουρία; που σημαίνει ομοπάτρια, γιατί συμφωνούσε πάντα με τον πατέρα της, το Δία. 1) Αρεία: γιατί ήταν πολεμική αλλά αντίπαλη του Άρη.
I)   Ατρυτώνη: ακαταπόνητη, ακούραστη. 8) Αφαία: που σημαίνει λαμπρή, γεμάτη   λάμψη.   9)   Βούλα ία:   προστάτισσα   της   Βουλής,   των   πολιτικών δημοκρατικών θεσμών, όπως ο πατέρας της Βουλαίος Δίας. 10) Γλαυκώπιδα: που έχει γλαυκά (ή σπινθηροβόλα σαν της γλαύκας, της κουκουβάγιας) μάτια.
II)  Δαμασίππη: γιατί ήξερε την τέχνη να δαμάζει τους ίππους- δεν είναι άσχετο  πως   βοήθησε  στην  κατασκευή   του  Δούρειου  Ιππου.   12)  Διός εκγεγαυία: γεννημένη από το Δία. 13) Δορυθαρσής: που έχει θάρρος με τα δόρατα. 14) Ειρηνοφόρος: γιατί έφερνε την ειρήνη. 15) Επιπυργίτις: γιατί φρουρούσε πάνω στους πύργους.   Πρβλ.  ακραία.   16) Ερυσίπτολις: που προστατεύει την πόλη.  17) Εϋπλόκαμη: που έχει όμορφους πλοκάμους, μαλλιά.    18)   Ηϋκομος:   που   έχει   όμορφη   κόμη.    19)   Ηφαιστία:   γιατί συνεργαζόταν με τον Ήφαιστο στο εργαστήρι του. 20) Ιππία: πάλι για τις γνώσεις της σχετικά με τα άλογα αλλά και με το υγρό στοιχείο και την καλλιέργεια της γης. 21) Ιτωνία και 22) Ιτωνιάδα: γιατί είχε ζήσει στην πόλη Ίτωνα της Θεσσαλίας. 23) Καλίεργος: γιατί ήταν σπουδαία τεχνήτρα και έκανε όμορφα έργα. 24) Κούρη Διός (Αιγιόχοιο): κόρη του Δία (που έχει την αιγίδα) 25) Κουροτρόφα: γιατί ανέθρεψε του Κουρήτες αλλά και τον Εριχθόνιο. 26) Λαοσσόα: που σώζει το λαό-στρατό. 27) Ληίτιδα: που συνεργεί   στη λεία (πρβλ. αγελείη). 28) Μηχανίτις: γιατί ήταν πολυμήχανη. 29) Νίκη και 30) Νικηφόρα: γιατί έφερνε τη νίκη. 31) Οβριμοπάτρη: θυγατέρα ισχυρού πατέρα. 32) Οξυδερξής και 33) Οφθαλμίτις: γιατί γιάτρευε και τα μάτια. 34) Παλλάδα: που   πάλλει,   κληρώνει^ 35)   Παρθένα:   για   τους   γνωστούς   λόγους.   36) Περσέπολις: γιατί πορθούσε τις πόλεις. 37) Πολύβουλη: που έχει πολλές βουλές-σκέψεις. 38) Τελχινία: γιατί της είχαν φτιάξει άγαλμα οι Τελχίνες. 39) Τριτογένεια και     40)   Τριτογενής: γιατί ανατράφηκε  κοντά  στον ποταμό Τρίτωνα (βλ. και Αλαλκομενηις). 41) Ταυροπόλα: γιατί λατρευόταν, όπως και η Άρτεμη στη Βραυρώνα με θυσίες ταύρων. 42) Υγίεια: σα σχετισμένη με τη στρατιωτική ιατρική. 43) Φρατρία: σαν προστάτισσα του θεσμού της φρατρίας όπως και πατέρας της ο φράτριος Δίας. 44) Χαλινίτις: πάλι σα σχετική με τα άλογα και τους χαλινούς- είχε καθοδηγήσει το Βελλερεφόντη στην τιθάσευση του Πήγασου με το κατάλληλο πέρασμα του χαλινού. Και 45) Χαλκίοικος: για τη σχέση της με τη μεταλλουργία.

Αθηνά η Παλλάδα, Αθηνά η Κληρώτρια

Για το επίθετο «Παλλάδα» θα μιλήσουμε αναλυτικότερα. Η Μυθολογία αποδίδει την ονομασία Παλλάδα σε μια φίλη της Αθηνάς, την οποία η θεά σκότωσε κατά λάθος και, για να τη θυμάται, πρόσαψε το όνομα της στο δικό της. Μυθολογείται ακόμα πως η Αθηνά έφτιαξε ξύλινο άγαλμα της φίλης της, το παλλάδιο, το οποίο εκσφενδονίστηκε στη γη, για να το λατρεύουν οι θνητοί. Άλλη εκδοχή είναι πως ονομάστηκε έτσι η θεά, επειδή είχε σκοτώσει το γίγαντα Πάλλαντα ή το συσχετίζουν με τη λέξη «παλλακή» που σημαίνει τη νεαρή κοπέλα.
Επειδή όμως η πολιτική ιδιότητα είναι η πρώτη και κύρια διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα άλλα κοινωνικά ανώτερα θηλαστικά, προτιμώ μία ερμηνεία πολιτική του όρου «Παλλάδα».
Από το θέμα Ιαγγελ-Ι της λέξης άγγελος με τη ρηματική κατάληξη -jω[1] σχηματίζεται το ρήμα αγγέλ- jω > αγγέλλω, από τη μετάπτωση Ιβαλ-Ι του θέματος Ιβελ-Ι της λέξης βέλος με τη ρηματική κατάληξη -]ω, σχηματίζεται το ρήμα βάλ- jω > βάλλω, (πρβλ. και αρκαδ. έσ-δέλλοντες = εκ-βάλλοντες και Ησύχιος «ζέλλειν=βάλλειν»), από το θέμα Ιθαλ-Ι της λέξης θόλος (το) με τη ρηματική κατάληξη -jω σχηματίζεται το ρήμα θάλ- jω > Βάλλω, από το θέμα Ιοφελ-Ι της λέξης όφελος (το) με τη ρηματική κατάληξη -jω σχηματίζεται το ρήμα όφελ- jω > όφέλλω [=αυξάνω], από το θέμα Ιπαλ-Ι της λέξης πόλος (ο, = κλήρος, το μικρό προσωπικό αντικείμενο, που ριχνόταν στην κληρωτίδα από κάθε συμμέτοχο σε μια κλήρωση και με την κίνηση της κληρωτίδας πεταγόταν και πραγματοποιούνταν η κλήρωση) με τη ρηματική κατάληξη -jω σχηματίζεται το ρήμα πάλ- jω > πάλλω[2]. Δηλαδή κύρια σημασία του ρήματος «πάλλω» είναι: σείω την κληρωτίδα, για να εκπηδήσει ο πάλος, ο κλήρος, και τελικά κληρώνω. Όλα αυτά σημαίνουν ότι το επίθετο «Παλλάς, Παλλάδα», που αποδίδεται στη θεά Αθηνά, σημαίνει εκείνη που πάλλει την κληρωτίδα, για να πεταχτεί από μέσα ένας πάλος και να πραγματοποιηθεί η κλήρωση· γιατί βέβαια από το φόβο ενδεχόμενης λαθροχειρίας δεν τραβούσαν τον κλήρο με το χέρι. Παλλάδα λοιπόν σημαίνει Κληρώτρια, («Κληρώτρα», σε λαϊκότερη έκφραση, κατά το ράφτης-ράφτρα) θεσπίστρια και προστάτισσα της κλήρωσης, δηλαδή της θεμελιώδους Αρχής της Δημοκρατίας. Ας είναι γνωστό από τώρα πως τα 99,87% των αξιωματούχων στην Αθήνα ήσαν κληρωτοί και ενιαύσιοι.
Κατά τον Αισχύλο[3] η Αθηνά ιδρύει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, για να δικάσει τον Ορέστη για το φόνο της μητέρας του, αλλά και για να περιφρουρεί το πολίτευμα. Από την ίδια την Αθηνά θεσπίζεται οι δικαστές να είναι με πόλο αναδειγμένοι, κληρωτοί. Έτσι η κύρια αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου στην Αθήνα ήταν η περιφρούρηση του πολιτεύματος, δηλαδή να περιφρουρεί κυρίως την κλήρωση, το θεμελιώδη θεσμό της Δημοκρατίας, μια και ο ίδιος ο Άρειος Πάγος ήταν κληρωτός- δεύτερη αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου ήταν οι φονικές δίκες.
Συνάμα η θεά της σοφίας, ψηφίζοντας υπέρ του Ορέστη, εισάγει και την Αρχή της Επιείκειας, σύμφωνα με την οποία αθωώνεται σε ισοψηφία των δικαστών ο εκάστοτε κατηγορούμενος· πρόκειται για μια ακόμη δημοκρατική αρχή. Και ο Ορέστης ευγνωμονεί την Παλλάδα, την Κληρώτρια. Και δεν είναι τυχαίο που το ξύλινο φορητό άγαλμα της Αθηνάς, το ξόανο της, όπως ονόμαζαν το ξύλινο άγαλμα -από το ρήμα ξέω- ονομάστηκε «παλλάδιο»· επειδή δηλαδή η κύρια προσωνυμία της Αθηνάς είναι «Παλλάδα», δόθηκε στο ξόανο της η ονομασία «παλλάδιο». Να σημειωθεί πως το ξόανο αυτό θεωρούνταν «διιπετές» ή «διοπετές», σταλμένο από το Δία και γενικότερα από τους θεούς, δηλαδή μη φτιαγμένο από ανθρώπινο χέρι, αχειροποίητο. Και πάλι ας αναλογιστούμε πως και στη χριστιανική θρησκεία, προφανώς κατά μίμηση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, υπάρχουν εικόνες που θεωρούνται αχειροποίητες.
Η λέξη παλλάδιο στη λατινική της μορφή ή, ξεκινώντας από τη λατινική της μορφή, έχει εμπλουτίσει τα ευρωπαϊκά λεξιλόγια: «palladium» αγγλικά, γαλλικά, «palaldio» ιταλικά, «paladio» ισπανικά και σημαίνει γενικά ό,τι και στα ελληνικά. Οι Γάλλοι του έδωσαν δύο μορφές: την ελληνική «palladion» και τη λατινική «palladium», δίνοντας τη σημασία του ξύλινου αγάλματος της θεάς Αθηνάς στην πρώτη και του προστατευτικού αντικειμένου ή θεσμού στη δεύτερη, μια και το πρώτο παλλάδιο ήταν εκείνο της Τροίας και, αναθεμένο στο ναό της Αθηνάς, προστάτευε την πόλη. Οι Έλληνες μάθανε από τον αιχμαλωτισμένο Έλενο την ύπαρξη και την προστατευτική δύναμη του παλλαδίου και γΓ αυτό ανέθεσαν στον Οδυσσέα και στο Διομήδη να το κλέψουν. Είναι αλήθεια πως ο Όμηρος το αγνοεί αυτό το επεισόδιο- δεν υπάρχει ούτε στην Ιλιάδα ούτε στην Οδύσσεια. Το επεισόδιο αυτό άρχισε να μνημονεύεται στην τέχνη και τη λογοτεχνία από τον 5° αιώνα π.Χ και ύστερα[4].  Να σημειωθεί πως η τετραλογία, που αποτελούνταν από την τριλογία Αγαμέμνονας, Χοηφόρες και Ευμενίδες και το σατυρικό δράμα Πρωτέας, διδάχτηκε, παίχτηκε, στην Αθήνα, το 459 π.Χ. και χάρισε στον Αισχύλο τα πρωτεία. Οι Αθηναίοι γνώστες και λάτρεις του πολιτεύματος τους και έχοντας κληρωθεί όσοι ήταν υπερτριακοντούτεις σε κάποιο δικαστήριο ή άλλο αξίωμα, δε θα χαρίζονταν βέβαια σ’ οποιονδήποτε παρουσίαζε και διηγιόταν ανακρίβειες σχετικά με τη Δημοκρατία.
Θα πρέπει να ειπωθεί ακόμα πως μέχρι τώρα (2006 μ.Χ.) τα λεξικά, αν και παραθέτουν και την έννοια «κληρώνω» του ρήματος «πάλλω» και το συσχετίζουν με τον «πόλο», τοποθετούν την έννοια αυτή δεύτερη[5] ή τρίτη[6]. Σαν πρώτη έννοια παραθέτουν την κίνηση, το «παίξιμο»[7], το «ζύγισμα» που κάνουμε σε κάτι που θέλουμε να εκσφενδονίσουμε, πριν να το εκσφενδονίσουμε, ακριβώς για να νιώσουμε το βάρος του και να βάλουμε την ανάλογη δύναμη για την εκσφενδόνιση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το στίχο Ε, 302-304 της Ιλιάδας, όπου ο Διομήδης πιάνει και «πάλλει» εύκολα μόνος του λιθάρι που δύο άλλοι μόνοι τους δε μπορούν να το σηκώσουν. Όμως όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το θέμα φαίνεται να αγνοούν τη Δημοκρατία και την κλήρωση κι έτσι αγνόησαν και την πρωταρχική, την πολιτική, σημασία του ρήματος «πάλλω».
Η δεύτερη έννοια που δίνει στο «πάλλω» το «Λίντελ-Σκοτ» είναι «ταχταρίζω», «κινώ, παίζω, χορεύω κάποιο μωρό, για να το ησυχάσω ή για να το διασκεδάσω». Είναι το παίξιμο που κάνει ο Έκτορας στο γιο του[8]: «Έκτωρ…όν φίλον υίόν.,.πήλε… χερσίν.» [Ο Έκτορας χόρεψε τον αγαπημένο του γιο στα χέρια].
Το δόρυ όμως της Αθηνάς είναι βαρύ όπλο και αγχέμαχο, δεν είναι ακόντιο που το «ζυγίζει» κανείς πριν το εξακοντίσει. Το δόρυ της η Αθηνά δεν το εξακοντίζει. Και, για να λειτουργήσει σωστά το δόρυ, πρέπει να είναι σταθερό. Και η θεά Αθηνά θα είχε τη δύναμη να το κρατήσει σταθερό. Ειπώθηκε ακόμα πως παλμός είναι η κάποια θελητή κίνηση δεξιά ή αριστερά, για να δει αυτός που κρατάει το δόρυ ποιον αντίπαλο θα κτυπήσει.
Και το τελευταίο. Δε θα πρέπει να συσχέτιζαν οι πρόγονοι την παρθένα Αθηνά με την «παλλακή», όπως κάνει το λεξικό του Σταματάκου στην προσπάθεια του να διερευνήσει την ετυμολογία της προσωνυμίας «Παλλάδα»· ένας τέτοιος συσχετισμός θα ήταν προσβολή για τη θεά και δε θα τον δέχονταν ούτε οι πρόγονοι ούτε οι σημερινοί αρχαιόθρησκοι. Κι έπειτα γλωσσολογικά το «κ» της λέξης παλλακή δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί με το «δ» της λέξης «παλλάδα», ενώ οικογένειες λέξεων όπως δρόμος – *δρομέω (ταχυδρομέω στη σύνθεση) – δρομάς παραλληλίζεται με την οικογένεια πάλος πάλλω – παλλάς. Το ίδιο και η πληθώρα λέξεων σε -ας, -άδος, στοίβα – στοιβάζω – στοίβας, αγέλη – συναγελάζω – αγελάς.
Σαν τελικό συμπέρασμα νομίζουμε πως βγαίνει το ακόλουθο. Η Δημοκρατία και η κλήρωση χάνονται στο βάθος της προϊστορίας και στην αχλύ της έλλειψης γραφής, είναι πανάρχαιοι θεσμοί όσο και η επωνυμία «Παλλάδα» της Αθηνάς. Λογικά η Δημοκρατία πρέπει να είναι το πρώτο πολίτευμα του ανθρώπου και η Ολιγαρχία με τη Μοναρχία είναι πολύ μεταγενέστερα πολιτεύματα. Γιατί, όταν ο άνθρωπος διακρίθηκε από τα άλλα ζώα και τρεφόταν με την τροφοσυλλογή, δεν υπήρχε τίποτε που να τον έκανε να χωρίζεται σε ομάδες, τάξεις, κάστες και να έχει δημιουργηθεί η έννοια της ανισότητας. Γιατί χωρίς την έννοια της ανισότητας δε γίνεται να υπάρξουν η Ολιγαρχία και η Μοναρχία.
Όλα αυτά βέβαια οφείλονται στο γεγονός ότι οι κατά τα άλλα φιλόπονοι ελληνιστές και ερευνητές γενικότερα αγνόησαν ότι το πολίτευμα είναι τόσο το βάθρο, το θεμέλιο, όσο και το επιστέγασμα ενός πολιτισμού και ότι το δημοκρατικό πολίτευμα είναι το αρχαιότερο πολίτευμα, επέζησε για κάποιες συγκυρίες μόνο στον Ελληνικό Χώρο και στάθηκε η γάργαρη πηγή απ’ όπου έπινε η Ελλάδα.
Η πρωταρχική λοιπόν σημασία του «πάλλω» είναι η κίνηση που κάνει κάποιος στην «παλοδόχη», κληροδόχη, για να επιτευχθεί η κλήρωση. Και «Παλλάδα» σημαίνει την προστάτισσα της κλήρωσης, την προστάτισσα της Δημοκρατίας. Και Αθηνά Παλλάδα ήταν κυρίως η πολιούχος της δημοκρατικής Αθήνας.
ΚΟΝΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.
Φιλόλογος γλωσσολόγος κοινωνιολόγος

[1] Βλ. Ι. Σταματάκου, Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, Φωνητικός Νόμος 56, σελ. 78
[2] Ας μη λησμονείται πως πρώτα υπάρχει το συγκεκριμένο ουσιαστικό και από αυτό παράγεται το ρήμα ττου είναι έννοια αφηρημένη. Παράδειγμα: άλας, αλάτι > αλατίζω
[3] Ευμενίδες, 681-710 [...] 734-743 [...] 753-754
[4] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα παλλάδια, δες Σουίδας λ. Διομήδειος ανάγκη
και Ελλ. Μυθ. Εκδ. Αθην. τ. 5 σσ. 138-14
[5] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα παλλάδια, δες Σουίδας λ. Διομήδειος ανάγκη
και Ελλ. Μυθ. Εκδ. Αθην. τ. 5 σσ. 138-14
[6] Βλ. Ιωάννου. Δρ. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. «ΑΘΗΝΑΙΟΝ» Μαυρομιχάλη 16, Αθήναι
[7] Να σημειωθεί ττως στην Ήπειρο το «παίζω» έχει και την έννοια «εκσφενδονίζω»: Τού ‘παιξε μια πέτρα. Στην πρώτη σε αλφαβητική γραφή ελληνική επιγραφή το ρήμα «παίζω» σημαίνει χορεύω. Η επιγραφή: ΗΟΣΤΟΝΝΥΝΟΡΧΕΣΤΟΝΑΤΑΛΟΤΑΤΑΠΑΙ2ΕΙΤΟΤΟΔΕ-ΚΑΝΜΙΝ Είναι γραμμένη πάνω σε λήκυθο που βρέθηκε στο Δίπυλο, τη διπλή πόρτα της Αθήνας, κοντά στον Κεραμεικό. Το αγγείο εκθέτεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Η επιγραφή είναι από δεξιά προς τα αριστερά με κεφαλαία· η μικρογράμματη γραφή είναι εφεύρεση αλεξανδρινή (3ος αι. π.Χ.) και καθιερώθηκε γύρω στο 10 αι. μ.Χ. στο Βυζάντιο. Σε κανονική σημερινή αττική γραφή γράφεται: «Ός τών ννν όρχηστών άταλότατα παίζει, τούτωι δεκάν μιν» και σημαίνει: “Όποιος από τους τωρινούς ορχηστές (=χορευτές) ομορφότατα παίζει (=χορεύει), σ’ αυτόν να δοθεί αυτό.»
[8] Όμ. Ιλ. Ζ, 472-474
 http://lykomidis.wordpress.com/

Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ

Η ΘΕΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Αξιοσημείωτη είναι η δραστηριότητα της Αθηνάς γύρω από τον Οδυσσέα και την οικογένεια  του,  χάριν της οποίας ο κεντρικός ήρωας αποθεώνεται και τα αγαπημένα του πρόσωπα τελικά  κερδίζουν την ευτυχία  τους.
Εφτά φορές παρουσιάστηκε η Αθηνά στον Τηλέμαχο, τον ανήλικο  γιο του Οδυσσέα, με τη  μορφή του Μέντη του βασιλιά των Ταφιωτών. Για να δηλώσει την θεϊκή παρουσία της πέταξε στους  ουρανούς  παίρνοντας την μορφή του αετού, ένα  φαινόμενο που προκάλεσε τρόμο και σαστιμάρα στον νεαρό Τηλέμαχο.
Όταν ο Τηλέμαχος ετοιμαζόταν να φύγει για Πύλο, για να μην τον  εμποδίσουν οι μνηστήρες να κάνει το ταξίδι, τους κοίμισε με βαθύ  ύπνο, ενώ κατά την προετοιμασία πήρε την  μορφή του Τηλέμαχου και  εμψύχωνε τους  νέους της Ιθάκης να τον ακολουθήσουν.
Άλλη φορά με την μορφή του Μέντορα, φίλου του Οδυσσέα, η Αθηνά μπήκε μέσα στο πλοίο και  συνόδεψε τον Τηλέμαχο στην Πύλο. Πηγαίνει μαζί του στα ανάκτορα του Νέστορα, συμμετέχει στο συμπόσιο και ξαφνικά μεταμορφώνεται σε αετό, και πετά στους  ουρανούς.
Όλοι τρόμαξαν και σάστισαν.
Στην Πύλο παρουσιάστηκε ξανά στον Τηλέμαχο για να τον ενημερώσει για την  ενέδρα που  είχαν στήσει οι μνηστήρες στο δρομολόγιο της  επιστροφής και τον συμβούλεψε πως θα φθάσει σώος στην Ιθάκη.
Η Αθηνά έφτιαξε το φάσμα  (ενεργειακό ολόγραμμα) της  Ιφθίμης,  αδελφής της  Πηνελόπης, για να την παρηγορήσει. Με έστειλε η Αθηνά είπε η Ιφθίμη και η Πηνελόπη νόμισε πως  έβλεπε  όνειρο.
Η Αθηνά  εμψυχώνει την Πηνελόπη να επιπλήξει τους μνηστήρες για την ανάρμοστη  συμπεριφορά  τους, για να εξοργίσει τον  μεταμορφωμένο σε  γέρο Οδυσσέα.
Η ίδια πάλι θα κάνει τους μνηστήρες να αυθαδιάσουν στην Πηνελόπη και την ώρα της εξόντωσης τους από τον Οδυσσέα, η Αθηνά ήταν αυτή που την κοίμισε με ύπνο βαρύ.
Από τη στιγμή που ο Οδυσσέας  έφθασε στο νησί των Φαιάκων μέχρι και την εξόντωση των μνηστήρων, η Αθηνά παρουσιάστηκε σ' αυτόν πάνω από είκοσι πέντε φορές  προκειμένου να βρει και πάλι την  οικογένεια  του.
Στο νησί των Φαιάκων η Αθηνά σε όραμα εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς της κόρης του βασιλιά Αλκίνοου και η ίδια πάλι οδηγεί τα βήματα της κόρης στην ακτή στο σημείο που κοιμάται ο Οδυσσέας.
Όταν ο Οδυσσέας ξεκίνησε για τα βασιλικά ανάκτορα η Αθηνά τον μεταμόρφωσε σε ψηλό, πιο  παχύ, με πολύ ωραίο σώμα που έμοιαζε σαν  θεός.
Όταν πήγαινε στα ανάκτορα τον έκανε αόρατο  (αποσυμπύκνωση).
Στο δρόμο η Αθηνά παρουσιάζεται σαν φωτοστάλαχτη κόρη και τη ρωτά ο Οδυσσέας που είναι τα ανάκτορα και πως θα πάει σ' αυτά. Αυτή τον συμβούλεψε και τον  οδήγησε η ίδια στα ανάκτορα. Μετά τον άφησε και  χάθηκε στο γιαλό.
Ο Οδυσσέας μπήκε στα ανάκτορα,  αόρατος, σκεπασμένος με σκοτάδι (πείραμα της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ) και  έφθασε μπροστά στο βασιλικό  ζευγάρι  χωρίς να τον βλέπει  κανείς.  Έσκυψε,  γονάτισε μπροστά στα πόδια της βασίλισσας Αρήτης και τότε  έγινε ορατός.  Όλοι οι παριστάμενοι σάστισαν και  έμειναν  άφωνοι.
Στην αγορά των Φαιάκων η Αθηνά τους προετοιμάζει για την άφιξη του Οδυσσέα.
Σε  αγώνες που  έγιναν οι νέοι των Φαιάκων προκάλεσαν τον Οδυσσέα να λάβει  μέρος στους  αγώνες όπως και  έγινε. Αυτός πήρε τον μεγαλύτερο  δίσκο και βοηθούμενος από την Αθηνά τον πέταξε τόσο μακριά που ποτέ κανένας θνητός  δεν θα  μπορέσει να το  ξεπεράσει.
Η παρουσία της Αθηνάς και των άλλων  ουρανίων οντοτήτων στα γήινα δρώμενα ήταν  συνεχής όσο και αν αυτό ηχεί παράξενα.
Η θεά Αθηνά είναι εκπρόσωπος του πνεύματος του Δημιουργου.
Είναι το σύμβολο σοφίας των Ελλήνων.
Είναι η πάνσεπτη, άμωμη και αμόλυντη Παρθένα, η οποία ουδέποτε «συνεκλίσθη εις ερωτικήν κλίνην μετ΄ανδρός» και ουδέποτε γέννησε.
Είναι η εκλεκτή Παρθένα προστάτης του Ελληνισμού τόσο στα πεδία των μαχών όσο και από φυσικές καταστροφές.
Είναι η αγαπημένη κόρη του πατέρα Δία και των τέκνων του Ελλήνων.
Η υπέρλαμπρη θεά ανταποδίδουσα την αγάπη προστατεύει στο διηνεκές τον Ελληνισμό.
Πηγές: «Η Άγνωστη Αρχαιολογία των Ελλήνων» και «Η Διαθήκη του Προμηθέα», του κ. Γ. Καλογεράκη, εκδόσεις Δίον.
 http://enneaetifotos.blogspot.gr/

«Πρεσβυτάτη θυγατέρα του Κρόνου, η βασίλισσα Εστία»

Αποσπάσματα αρχαίων κειμένων
της ομιλίας του 1ου Φροντιστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2008

1. Ησιόδου «Θεογονία» στ. 453 - 454
2. Ομηρικός Ύμνος εις Εστίαν (24/ΧΧIV)
3. Ορφικός Ύμνος εις Εστίαν (84/LXXXIV)
4. Πλάτωνος «Κρατύλος» 401 b - e


Αποσπάσματα αρχαίων κειμένων
της ομιλίας του 2ου Φροντιστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2008

1. Απολλοδώρου «Βιβλιοθήκη Α΄» 1, 5 - 6
2. Ορφικός Ύμνος εις Εστίαν (84/LXXXIV)
3. Πρόκλου «Εκ των του φιλοσόφου Πρόκλου σχολίων εις τον Κρατύλον
Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι» 138 - 142
4. Πλάτωνος «Φαίδρος» 246 Ε - 247
5. Ομηρικός Ύμνος εις Εστίαν (ΧΧΙΧ)
Συν -εστιάσεις και συμ - πόσια θεών



ΔΙΑ-ΛΟΓΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ
Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ:
«ΑΦ’ ΕΣΤΙΑΣ ΑΡΧΕΣΘΑΙ»

Πολλοί ήσαν οι φίλοι, που μου εζήτησαν εφέτος μέσω διαδικτύου και προφορικά ν’ αναφερθώ στον Ύμνο της Εστίας, διότι, στα πρώτα τρία Φροντιστήρια της περυσινής χρονιάς (2007 - 2008), είχαμε ασχοληθή με το θέμα της προσευχής, μελετώντας το κείμενο του Πρόκλου «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος Β΄», 206 - 217.

Πράγματι, Ελληνικός Δια-λογισμός, προσευχή και Ύμνοι βρίσκονται σε τριαδικό αναγωγικό συντονισμό. Είναι ένας ενιαίος οργανισμός τριών επιπέδων. Μετά την κάθαρσι της ψυχής, μέσω του δικαστηρίου των Χρυσών Επών των Πυθαγορείων, επέρχεται η ανάτασις, η οποία οδηγεί στην προσευχή και ακολουθείται από τον Ύμνο της Εστίας. Αυτός θα πρέπη να εκφέρεται με σεβασμό και δέος, εξ αιτίας των εσωτερικών κεκρυμμένων γνώσεων του Ύμνου.

Η ιερά παρακαταθήκη του Ύμνου δεν πρέπει να βεβηλώνεται απερίσκεπτα με την προχειρότητα μιας δήθεν απαγγελίας (και πόσο μάλλον της κακής και άνευ γνώσεως ανα-γνώσεως), ούτε κατ’ ιδίαν, ούτε στούς αρχαίους ναούς, κατά μόνας ή και με άλλα άτομα. Ο ύμνος έχει ουσία, δύναμι και προορισμό, όταν έχη προηγηθή η επεξεργασία των εννοιών, τις οποίες επαγγέλλεται.

Συνεπώς, εφέτος στο πρώτο Φροντιστήριο της 5ης Οκτωβρίου έθεσα τον ύμνο της θεάς Εστίας, στην αφετηρία των Φροντιστηρίων μας.

Αν και επρόκειτο ν’ αναπτύξω τρία θέματα, παρέμεινα αποκλειστικώς στον Ύμνο της θεάς. Η αλλαγή προέκυψε μετά την επιθυμία των παρευρισκομένων φίλων να παρουσιάσω αναλυτικά την μεθοδολογία της προσεγγίσεως των Ύμνων γενικώτερα και ειδικώτερα την σημασία του παραγγέλματος: «αφ’ Εστιας άρχεσθαι».

Παραθέτω την βιβλιογραφία και τις παραπομπές στις οποίες ανέτρεξα, προκειμένου να επαναφέρω στο προσκήνιο την «πρεσβυτάτη θεα», ώστε όσοι νέοι επιθυμούν να παρευρεθούν στο δεύτερο Φροντιστήριο να είναι προετοιμασμένοι και με άνεσι να παρακολουθήσουν την ομιλία.

Διεχώρισα τις παραπομπές, στις οποίες ήδη ανεφέρθηκα και ακολουθούν εκείνες που θα παρουσιάσω στο επόμενο Φροντιστήριο. Με αυτόν τον τρόπο, όλοι, παλαιοί και νέοι, θα μπορούν να έχουν την γνώσι των κειμένων.

Το «αφ’ Εστίας άρχεσθαι» διεισδύει στην ουσία/εστία της ψυχής του ανθρώπου, ο οποίος προτίθεται ν’ αρχίση το έργο του, εξετάζων πρώτα τον εαυτό/ουσία/εστία του. Είναι ορθό, αλλά και αναγκαίο ο διαλογιζόμενος να κάμνη αρχή από την ατομική του εστία.

Μετά την κατάκτησι της γνώσεως του εαυτού και την έμπρακτο εφαρμογή των ήδη γνωστών Πυθαγορείων Χρυσών Επών (1ου και 2ου τόμου των βιβλίων του Ελληνικού Δια-λογισμού), ο διαλογιζόμενος κάμνει την προσωπική του γνωριμία με την «ποθεινοτάτη, μειδιόωσα και μάκαιρα θεα», μέσω των φιλοσοφικών κειμένων και των Ύμνων. Αναλόγως δε των δυνατοτήτων του ενατενίζει την Θεία της Ουσία. Αφού γνωρίση τις μυστηριακές της ιδιότητες, όπως τις παραδίδει ο Πλάτων στον διάλογο «Κρατύλος» (401 b - e), καθίσταται άξιος να προσλάβη την θεία εν - έργεια.

Με την αόρατο θέασι της θεάς, η ψυχή αποκαθαρμένη και εστιασμένη θα ασχοληθή με το εντός της έργον. Μετά θα προχωρήση στην υλοποίησί του στο αισθητό πεδίο.

«Πράττουσα τα της εαυτής» η ψυχή προοδεύει, όπως λέγει ο Πλάτων στην Πολιτεία (433), αναφερόμενος στην επιμέλεια και στις πράξεις των πολιτών σχετικά με την δικαιοσύνη. «Ο τα εαυτού πράττων» είναι ένας γενικώτερος πλατωνικός φιλοσοφικός όρος, ο οποίος τακτοποιεί με φρόνησι τις άτακτες κινήσεις του θυμοειδούς και του επιθυμητικού μέρους της ψυχής, π. χ. τον θυμό/οργή, τον εγωϊσμό, τον φθόνο, την λαιμαργία, την φιληδονία, την φιλοχρηματία κ. λπ.

Κατά την διάρκεια του Φροντιστηρίου και μετά από την μελέτη των διαφόρων κειμένων, που αναφέρονται στην θεα, η ψυχή σταδιακώς ανακαλύπτει ποια είναι η φύσις της ουσίας της θεάς και προσπαθεί να μυηθή στην διπλή αντιθετική σημασία «του εν εαυτώ και του εν άλλω», όπως κατεγράφη από τον Πρόκλο στο έργο του «Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος Εκλογαί Χρήσιμοι» (139 - 142).

Θα δοθούν εξηγήσεις και παραδείγματα σχετικά με όλους τούς ανωτέρω φιλοσοφικούς όρους, ώστε να καλυφθούν οι απορίες των παρευρισκομένων. Με αυτόν το τρόπο θα πραγματοποιηθή μία εξοικείωσις με τις ιδιότητες της ατομικής μας Εστίας, συντονισμένες στις δυνάμεις της μυστηριακής Θεάς.

Η επιθυμία των παρευρισκομένων του πρώτου Φροντιστηρίου να μην προχωρήσω στην «Μυητική πορεία της ψυχής από τον Ηνίοχο στον Απόλλωνα» και στον «Ημερονύκτιο Διαλογισμό, μέσω Αρτέμιδος/Απόλλωνος», - τα προγραμματισμένα θέματα, τα οποία δεν ανεπτύχθησαν στο πρώτο Φροντιστήριο - παρά μόνον αφού συμπληρώσωμε την ανάλυσι των ιδιοτήτων της θεάς, με ωδήγησε στην απόφασι να παραμείνω στην θεά Εστία και στο δεύτερο Φροντιστήριο της 16ης Νοεμβρίου.

Αφού δε ολοκληρώσωμε την ερμηνεία των κειμένων, θα ασχοληθούμε με τα πιο πάνω δύο θέματα, διότι αυτά αναφέρονται στον δεύτερο τόμο του Ελληνικού Δια-λογισμού. Στόχος μας, η ηνιόχησις της μυστηριακής πορείας της ψυχής προς τον Θεό του Φωτός, τον Φοίβο Απόλλωνα....


Αλτάνη, Π.Φ., 13.10.2008
http://www.altani.gr/greek/arthra/keimeno19.htm

Η Θεά Εστία συμβολίζει το Νόμο του Ιερού Πυρός.

ΘΕΑ ΕΣΤΙΑ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Η Θεά Εστία

Η Θεά Εστία συμβολίζει το Νόμο του Ιερού Πυρός.

Στην Ελληνική παράδοση οι Εστίες ήταν δύο. Η πρώτη μορφή,
ήταν μητέρα του Κρόνου, είναι η πρωταρχική δύναμη της ουσίας της Ύλης – Γης,
που εκδηλώνεται ως θερμότης στην περιφέρεια των υλικών ατόμων και ως
συνισταμένη των δύο ιδιοτήτων της (ως διαστολικής φυγοκέντρου και ως συστολικής
κεντρομόλου).

Στην δεύτερη μορφή της, ως πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της
Ρέας, είναι ο φυσικός νόμος της θερμότητος, φανερός στην μορφή του καθολικού ή
στοιχειακού πυρός.

Ακολουθούν έπειτα οι μορφές του υλικού πυρός οι προερχόμενες
από το καθολικό πυρ.

Η «πυργοφόρος»
λεγόμενη Εστία της παράδοσης και ο «Ζηνός πύργος και φυλακή» των Πυθαγορείων
είναι η δύναμη προστάτιδα της κατοικίας.

Αυτές οι μορφές της Εστίας της διαδέχεται εξελικτικά ο
φυσικός νόμος του οντογονικού πυρός, με πρώτη εκδήλωση του το ζωϊκό πυρ. Με
αυτή τη εκδήλωση αρχίζει η εκδήλωση της
ζωής στην Γη, ως πρωτοζωϊκά κύτταρα μικροσκοπικών εστιών αφανούς πυρός.

Η ζωϊκή θερμότης είναι έκφραση του αφανούς ζωϊκού πυρός του
οργανισμού, το οποίο είναι αισθητό μόνο ως θερμότης και ονομάζεται τότε ζωντανό
ή ενσώματο πυρ που είναι η δεύτερη μορφή του οντογονικού.

Μια εξελιγμένη μορφή του ανωτέρου οντογονικού πυρός είναι η
μορφή του ψυχικού πυρός. Με την δημιουργία των ψυχών δημιουργούνται μικρές
θαυμαστές αόρατες εστίες ενός πυρός ζώντος, δυναμικού και αθανάτου. Σε όλη την
ζωϊκή κλίμακα η έννοια του πυρός έχει την μορφή των καύσεων, που οφείλεται στα
ερυθροκύτταρα του αίματος. Κάθε ον, κάθε όργανο είναι μια εστία ζωντανού
ενσώματου πυρός, που πρέπει να καίει συνεχώς ομαλά και αρμονικά για να μπορεί
να ζει, να κινείται, να εξελίσσεται.

Στο υγιές γυναικείο σώμα συναντιέται η αναγκαία ειδική μορφή
του ζωντανού ενσώματου πυρός για την αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Αν
υπάρχει αρμονική συλλειτουργία του σώματος και της ψυχής της γυναίκας, θα
παρουσιαστεί μια ειδική μορφή ενσώματου πυρός που ονομάζεται μυστηριακή μορφή Εστίας
– Πυρός. Η εμφάνιση αυτή της μορφής βοηθούσε την γυναίκα να εναρμονίζεται με
τις ανώτερες πνευματικές επιδράσεις και επιρροές αλλά και η επικοινωνία της με
την θεότητα. Αυτές ήταν οι ιέρειες Εστιάδες στις οποίες πίστευαν ότι το
ενσώματο, το ψυχικό και το μυστηριακό πυρ, μεταβαλλόταν σε πνευματικό. Τότε η
μεταβολή αυτή το μετέφερε στην δικαιοδοσία του Θεού Ηφαίστου.

ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ του Ερνέστου Ρενάν

 Ω θεία του Παντός Σοφία, γλαυκόπις, εργάνη, υγεία...

Ω!  Ευγένεια!  Ω ομορφιά απλή και αληθινή! Θεά που η λατρεία σου σημαίνει και Σοφία, Συ που ο Ναός σου είναι ένα αιώνιο μάθημα συνείδησης και ειλικρίνειας, φθάνω αργά στων μυστηρίων σου το κατώφλι, στον βωμό σου προσκομίζω τύψεις πολλές. Για να τον βρω μου χρειάστηκαν να κάνω έρευνες ατέλειωτες. Τη μύηση που μεταβίβαζες στον Αθηναίο όπως γεννιόταν μ’ ένα χαμόγελο, εγώ την κατέκτησα με σκέψεις πολλές, με κόπο και με προσπάθειες μακρόχρονες
Γεννήθηκα, ω θεά με τα γαλανά μάτια, από γονείς βάρβαρους. Απ’ τους καλούς και ενάρετους Χιμμερίους, που κατοικούν στις όχθες μιας θάλασσας σκοτεινής, που βράχια τις περικλείνουν και οι τρικυμίες πάντα τις κτυπούν. Γνωρίζουν μόλις τον ήλιο.  Αντί λουλούδια έχουν τα θαλασσινό φυτά, τα φύκια και τα χρωματιστά κογχύλια, που βρίσκουν στα βάθη των έρημων μυχών. Τα σύννεφα κάνουν την εμφάνισή τους δίχως χρώμα, και η χαρά είναι λίγο θλιβερή εκεί  αλλά , πηγές από κρύα νερά αναβλύζουν απ’ τα βράχια και τα μάτια που έχουν οι νέες κοπέλες είναι σαν κι εκείνες τις πράσινες πηγές, όπου, πάνω σε φόντο από χόρτα κυματιστά καθρεφτίζεται ο ουρανός.
Οι πρόγονοί μου, όσο μακριά και αν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, ήταν αφοσιωμένοι στα μακρινά θαλασσινά ταξίδια, μέσα σε θάλασσες που οι Αργοναύτες σου δεν γνώρισαν.  Άκουσα, όταν ήμουν νέος, τραγούδια για ταξίδια πολικά, με νανούρισαν οι αναμνήσεις για πλεούμενους πάγους, για θάλασσες γεμάτες καταχνιά, που ήταν ολόιδιες με το γάλα, για νησιά που κατοικούσαν μόνο πουλιά, που κελαηδούσαν στην ώρα τους και που σαν ξανάρχιζαν ομαδικά το πέταγμά τους, σκοτείνιαζαν τον ουρανό.
Μερικοί ιερείς μιας ξένης λατρείας, που είχε φθάσει από τους Σύριους της Παλαιστίνης, ανέλαβαν το χρέος να με σπουδάσουν. Οι ιερείς αυτοί ήταν σοφοί και άγιοι. Με δίδαξαν μεγάλες ιστορίες για τον Κρόνο, που δημιούργησε καθώς λένε τον κόσμο και για τον γιό του, που καθώς λένε, πραγματοποίησε ένα ταξίδι επάνω στη γη. Οι ναοί τους είναι τρεις φορές πιο ψηλοί απ’ τον δικό σου, ω Ευρυθμία κι ακριβώς όμοιοι με δάση μονάχα που δεν είναι γεροί γκρεμίζονται, κατρακυλάνε σε  ερείπια έπειτα από πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια είναι φαντασίες βαρβάρων, που νόμισαν πως μπορούν να κάνουν κάτι καλό έξω από τους κανόνες που χάραξες εσύ στους εμπνευσμένους σου, ω Λογική. Όμως αυτοί οι ναοί μου άρεσαν δεν είχα ακόμη μελετήσει τη δική σου θεία τέχνη’ εύρισκα εκεί μέσα τον Θεό. Έψαλλαν εκεί μέσα ύμνους που ακόμα τους θυμάμαι: «Χαίρε, ώ άστρο της θάλασσας, …  βασίλισσα εκείνων που βογκάνε πάνω σ’ αυτή την κοιλάδα των δακρύων», ή ακόμα: «Ρόδο μυστικό, φιλντισένιε  Πύργε, Άστρο του…  πρωινού». Άκουσέ με, ώ Θεά  όταν τους θυμάμαι αυτούς τους ύμνους, λιώνει η καρδιά μου, γίνομαι σχεδόν αποστάτης. Συγχώρεσε με για την κενότητα αυτή δεν μπορείς να φανταστείς τη γοητεία που οι βάρβαροι μάγοι έβαλαν μέσα σ’ αυτούς τους στίχους και πόσο με βαραίνει ν’ ακολουθώ ολόγυμνη την λογική.
Κι έπειτα αν ήξερες, πόσο δύσκολο έχει γίνει να σε υπηρετούμε! Η κάθε ευγένεια έχει εξαφανιστεί. Οι Σκύθες έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια δημοκρατία από ανθρώπους ελεύθερους τώρα υπάρχουν μονάχα βασιλιάδες που κατάγονται από αίμα βαρύ, κάτι μεγαλειότητες, που γι’ αυτές εσύ θα χαμογελούσες. Κάτι δυσκίνητοι Υπερβόρειοι αποκαλούν ελαφρούς αυτούς που σε υπηρετούνε…  Μια Παμβοιωτία φοβερή, μια συμμαχία από όλες τις βλακείες, απλώνει πάνω στον κόσμο ένα κάλυμμα μολυβένιο που εμείς ασφυκτιούμε κάτω απ’ αυτό. Ακόμα κι αυτοί που σε τιμούν, πόσο θα πρέπει να σου προκαλούν τον οίκτο!  Θυμάσαι εκείνο τον Καληδόνιο, που πριν από πενήντα χρόνια, κομμάτιασε τον Ναό σου με σφυριές για να σε μεταφέρει στη Θούλη; Το ίδιο κάνουν όλοι…
Έγραψα, σύμφωνα με μερικούς απ’ τους κανόνες που αγαπάς, ω Θεονόη, την ζωή του νέου θεού που υπηρέτησα στα παιδικά μου χρόνια εκείνοι με μεταχειρίζονται σαν έναν Εφήμερο  μου γράφουν για να με ρωτήσουν ποιον σκοπό έχω βάλει μπροστά μου εκτιμούν μονάχα εκείνο που χρησιμεύει για να κάνει να καρποφορήσουν τα τραπεζικά τους γραφεία. Και γιατί γράφει κανείς την ζωή των θεών ω ουρανέ! Αποκλειστικά και μόνο για να κάνουν ν’ αγαπηθεί το θείο, που υπήρξε μέσα τους, και για ν’ αποδείξουν πως το θείο ζει ακόμα και θα ζει αιώνια στην καρδιά της ανθρωπότητας.
Την θυμάσαι βέβαια εκείνη την ημέρα, μέσα στο αρχοντικό του Διονυσιόδωρου, όπου ένας δύσμορφος μικρόσωμος Ιουδαίος, που μιλούσε παραφθαρμένα ελληνικά των Συρίων, ήρθε εδώ, διέσχισε τα Προπύλαιά σου χωρίς να σε νιώσει, διάβασε τις επιγραφές σου ολότελα ανάποδα, και πίστεψε πως βρήκε μέσα στα τείχη σου έναν βωμό αφιερωμένο σ’ έναν θεό, που ίσως θα ήταν ο Άγνωστος Θεός.  Ε, ναι λοιπόν, ο μικροσκοπικός αυτός Ιουδαίος νίκησε  χίλια χρόνια ολόκληρα σε μεταχειρίσθηκαν σαν είδωλο, ω Αλήθεια χίλια χρόνια υπήρξε μια έρημος, όπου δεν ανθούσε κανένα λουλούδι.  Σε όλο αυτό το διάστημα, εσύ σιωπούσες, ω Σάλπιγγα, σάλπιγγα εσύ της σκέψης, Θεά της τάξης, εικόνα της ουράνιας σταθερότητας, θα λογιζόταν ένοχος κανείς αν τυχόν και σ’ αγαπούσε, και , σήμερα, που μ’ εργασίες συνειδητές, επίμονες κατορθώσαμε να σε πλησιάσουμε, μας κατηγορούν πως διαπράξαμε ένα έγκλημα ενάντια στο ανθρώπινο πνεύμα, επειδή σπάσαμε τις αλυσίδες του που φορούσε ο Πλάτων.
Συ μόνη είσαι νέα, ω Κόρη συ μόνη είσαι αγνή, ω Παρθένος συ μόνη είσαι γερή, ω Υγεία συ μόνη είσαι ισχυρή, ω Νίκη έχεις ότι χρειάζεται γι’  αυτό απ’ τον Άρη, ω Αρεία η ειρήνη είναι ο σκοπός σου, ω Ειρηνική. Νομοθέτης, πηγή δίκαιων νόμων. Δημοκρατία, εσύ, που το θεμελιώδες σου δόγμα είναι πως κάθε αγαθό προέρχεται από το λαό και πως εκεί όπου δεν υπάρχει λαός, για να θρέψει και να εμπνεύσει την μεγαλοφυΐα, δεν υπάρχει τίποτε, μάθε μας να βγάζουμε το διαμάντι μέσα απ’ τα ακάθαρτα πλήθη. Πρόνοια του Δία, εργάτρια θεία, μητέρα της κάθε εργασίας, προστάτιδα της δουλειάς, ω Εργάνη, συ που δημιουργείς την ευγένεια του πολιτισμένου εργάτη και τον τοποθετείς τόσο δυνατό πάνω απ’ τον οκνηρό τον Σκύθη Σοφία, συ που ο Δίας σε γέννησε αφού έσκυψε πρώτα το κεφάλι, αφού πήρε ανάσα βαθειά συ που κατοικείς μέσα στον πατέρα σου, απόλυτα ενωμένη με το δικό του είναι συ που είσαι η συντρόφισσά του και η συνείδησή του. Ενέργεια του Δία, σπινθήρα που ανάβεις και διατηρείς τη φωτιά στους ήρωες και στους ανθρώπους που έχουν μεγαλοφυΐα, κάνε μας να γίνουμε άνθρωποι πνευματικοί, συμπληρωμένοι.
Την ημέρα που οι Αθηναίοι κι οι Ρόδιοι πάλεψαν για την θυσία, εσύ διάλεξες να κατοικήσεις σιμά στους Αθηναίους σα πιότερο σοφούς. Όμως πατέρας σου έβαλε τον Πλούτωνα να κατεβεί μέσα σ’ ένα χρυσό σύννεφο στην μεγάλη πόλη των Ροδίων, γιατί κι εκείνοι είχαν προσφέρει στην θυγατέρα του μεγάλες τιμητικές θυσίες. Οι Ρόδιοι έγιναν πλούσιοι τότε, οι Αθηναίοι όμως απέκτησαν πνεύμα, δηλαδή την αληθινή χαρά, την παντοτινή ευθυμία, την θεϊκή παιδικότητα της καρδιάς! Ο κόσμος μόνο τότε θα σωθεί όταν γυρίσει πίσω ξανά σε σένα, όταν λησμονήσει κι αποδιώξει τις βάρβαρές του συνήθειες. Ας τρέξουμε, ας έρθουμε όλοι μαζί.
Πόσο ωραία θα είναι εκείνη η μέρα, όπου όλες οι πόλεις που πήραν κάτι απ’ τα απομεινάρια του Ναού σου: να δώσουν πίσω αυτά που έκλεψαν, για να επανορθώσουν έτσι την αδικία που έκαναν! Θα σχηματίσουν αντιπροσωπείες επίσημες, αποστολές αρχαιολογικές, στα ιερά μέρη της Ελλάδας, για να ξαναδώσουν τα’ αρχαία μνημεία, που τα κρατούν στην κατοχή τους ακόμα λέγοντας: «Θεά συγχώρησέ μας! Τα πήραμε για να τα σώσουμε απ’ τους βάρβαρους, απ’ τα κακά δαιμόνια της νύχτας»΄ και θα χτίσουν ξανά τα τείχη σου, με τους ήχους της δικής σου φλογέρας, για να ξεπλύνουν το έγκλημα του ανόσιου Λύσανδρου, που τα είχε γκρεμίσει.
Θα πάνε έπειτα στην ίδια την Σπάρτη για να καταραστούν τη γη της, που αυτή ήταν η πρωταίτια για τα τρομερά και τα σκοτεινά σφάλματα της ιστορίας, για να τη χλευάσουν να την περιφρονήσουν, γιατί τώρα έσβησε και δεν υπάρχει πια.
 Εγώ, πιστός σε σένα, θ’ αντισταθώ στους επικίνδυνους και μοιραίους μου συμβούλους: στον σκεπτικισμό μου, που με κάνει να αμφιβάλω στην ανησυχία που έχει το πνεύμα μου, που κι όταν ακόμα βρεθεί η αλήθεια, αυτό με κάνει να την αναζητάω αδιάκοπα  στην φαντασία μου, που ποτέ της δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω ακόμα κι έπειτα απ’ τη διαπίστωσή της απ’ την ίδια τη λογική.
Ω, Αθηνά Αρχηγέτης, ιδανικό που ο κάθε μεγαλοφυής άνθρωπος το ενσαρκώνει μέσα στ’ αριστουργήματά του, προτιμώ να είμαι ο τελευταίος στην πατρίδα σου, παρά να είμαι ο πρώτος οπουδήποτε αλλού. Ναι, θα προσδεθώ στον στυλοβάτη του ναού σου θα λησμονήσω κάθε άλλη πειθαρχία εκτός απ’ τη δική σου, θα γίνω στηλίτης πάνω στις κολόνες σου το κελί μου θα βρίσκεται επάνω στο επιστήλιό σου. Και πιο δύσκολο ακόμα! Για σένα, αν μπορέσω, θα γίνω μισαλλόδοξος, μεροληπτικός. Θα μάθω τη γλώσσα σου και θα ξεμάθω όλα τα άλλα. Θα είμαι άδικος για κείνο που δεν ενδιαφέρει εσένα ΄ θα γίνω υπηρέτης του τελευταίου απ’ τα παιδιά σου. Τους σημερινούς κατοίκους αυτής της γης, που συ έδωσες στον Ερεχθέα, θα τους εγκωμιάσω, θα τους κολακεύσω. Θα προσπαθήσω να αγαπήσω ακόμα και τα ελαττώματά τους θα πείσω τον εαυτό μου, ω Ιππία, ότι κατάγονται απ’ τους ιππείς, που γιορτάζουν εκεί ψηλά, επάνω στο μάρμαρο της ζωφόρου σου, την αιώνια γιορτή τους. Θ’ αποσπάσω απ’ την καρδιά μου κάθε ευαίσθητη χορδή που δεν είναι τέχνη λογική και καθαρή. Θα παύσω ν’ αγαπάω τις αρρώστιες μου, να ευχαριστιέμαι με τον ίδιο τον πυρετό μου. Υποστήριξε Συ, την σταθερή μου πρόθεση, ω Σωτηρία βοήθησέ με ω Συ, που σώζεις!
Πόσες δυσκολίες προβλέπω, πραγματικά! Πόσες πνευματικές συνήθειες θα πρέπει ν’ αλλάξω! Πόσες χαριτωμένες αναμνήσεις θα πρέπει ν’ αποσπάσω απ’ την καρδιά μου! Θα δοκιμάσω δεν είμαι όμως βέβαιος για τον εαυτό μου.
Αργά σε γνώρισα, ω Απόλυτη ομορφιά.  Θα διαπιστώσεις παλινδρομήσεις και αδυναμίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια φιλοσοφία διεστραμμένη μ’ έκανε να πιστέψω πως το καλό και το κακό, η ευχαρίστηση και ο πόνος, η ομορφιά κι η ασχήμια, η λογική κι η τρέλα μεταμορφώνονται οι πρώτες μέσα στις δεύτερες, με παραλλαγές τόσο αγνώριστες, όσο και αυτές που βρίσκονται στο λαιμό του περιστεριού. Το να μην αγαπάς τίποτε, το να μη μισείς τίποτε απολύτως, γίνεται τότε μια σοφία. Αν τυχόν μια κοινωνία, μια φιλοσοφία, μια θρησκεία είχε κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια, τότε η κοινωνία αυτή, αυτή η φιλοσοφία, αυτή η θρησκεία, θα είχε νικήσει τις άλλες και θα ζούσε μόνη της την ώρα αυτή. Όλοι εκείνοι, που νόμισαν ως τώρα, πως έχουν δίκιο πλανήθηκαν αυτό το βλέπουμε καθαρά.  Μπορούμε μήπως να πιστέψουμε, χωρίς θρασύτητα τρελή, ότι το μέλλον δεν θα μας κρίνει το ίδιο όπως κρίνουμε το παρελθόν; Να οι βλαστήμιες που μου υποβάλλει το πνεύμα μου, που είναι τόσο κακομαθημένο. Μια φιλολογία, που σαν την δική σου, θα ήταν υγιής από όλες τις πλευρές, θα προκαλούσε σήμερα μονάχα την ανία.
Χαμογελώ για την απλοϊκή μου σκέψη. Ναι, την ανία…  Είμαστε διεφθαρμένοι: τι να γίνει;  Θα προχωρήσω πιο μακριά, ορθόδοξη Θεά,  θα σου ειπώ την ενδόμυχη διαφθορά της καρδιάς μου.  Η λογική και η φρόνηση δεν είναι αρκετές. Υπάρχει κάποια ποίηση μέσα στον παγωμένο Στρυμόνα και μέσα στο μεθύσι των κατοίκων της Θράκης. Θα έρθουν αιώνες που θα λογαριάζουν τους μαθητές σου σαν μαθητές της ανίας. Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος απ’ όσο πιστεύεις. Αν είχες ιδεί τα χιόνια του πόλου και τα μυστήρια του ουρανού της Ανταρκτίδας, το μέτωπό σου, ω πάντα ήρεμη Θεά, δεν θα ήταν τόσο γαλήνιο. Το κεφάλι σου, πιο πλατύ, θ’ αγκάλιαζε τότε διάφορα είδη ομορφιάς.
Είσαι αληθινή, αγνή και τέλεια το μάρμαρό σου δεν έχει καμιά κηλίδα κι ο ναός ακόμα της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται στο Βυζάντιο, κι αυτός επίσης προκαλεί  μιαν εντύπωση θεία με τα τούβλα και τ’ ασβεστώδη ερείπιά του. Είναι η εικόνα του θόλου του ουρανού.  Θα καταρρεύσει. Εάν λοιπόν κι ο δικός σου Θάλαμος θα έπρεπε να είναι αρκετά πλατύς για να χωρέσει ένα μεγάλο πλήθος, τότε θα γκρεμιζόταν κι αυτός.
Ένα ποτάμι απέραντο λησμονιάς μας παρασέρνει μέσα σ’ ένα ακατονόμαστο βάραθρο. Ω Άβυσσος, είσαι ο μοναδικός Θεός. Τα δάκρυα όλων των λαών είναι δάκρυα αληθινά τα όνειρα όλων των σοφών περικλείνουν μονάχα ένα μέρος της αλήθειας. Τα πάντα εδώ κάτω είναι σύμβολο και όνειρο.

 http://lykomidis.wordpress.com/

Θεός Άρης

Πρωτεύων Θεός της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, εκφραστής της τυφλής εκβολής ωμής ενέργειας

Πρωτεύων Θεός της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, εκφραστής της τυφλής εκβολής ωμής ενέργειας, «υιός» κατά μία εκδοχή του Θεού Διός και της Θεάς Ήρας (με «αδελφή» του την Θεά Έριδα), κατά μία δεύτερη εκδοχή του Θεού Διός και της πρωτόγονης θεότητας Ενυούς (εκ του «ενυώς», δηλαδή τρόμος, εξ ού και η επίκληση «Ενυάλιος») και κατά μία τρίτη εκδοχή, που αφορά την ύστερη αρχαιότητα, μόνον της Θεάς Ήρας δίχως την μεσολάβηση «αρσενικού» στοιχείου (γι’ αυτό και ονομάσθηκε «απάτωρ», όπως η Θεά Αθηνά ονομάσθηκε «αμήτωρ»), απλώς μυρίζοντας ένα θαυμαστό άνθος της πεδιάδας της Ωλένου (Οβίδιος).

Μία παράδοση, που αποτελεί συνέχεια της τελευταίας εκδοχής, τον θέλει να έχει ανατραφεί στη Θράκη με τροφό του την θνητή Θηρώ (εξ ού και η επίκληση «Θηρειτάς» ή «Θηρίτας», με την οποία λατρευόταν στις Θεράπνες της Λακωνίας) και γυμναστή και δάσκαλό του τον Πρίαπο, που στην προκείμενη περίπτωση φέρεται είτε ως Τιτάνας είτε ως ένας από τους «Ιδαίους Δακτύλους». Ως αμοιβή του Πριάπου για την άριστη εκπαίδευση του «υιού» της στην όρχηση, την ταχύτητα και την πολεμική τέχνη, η Θεά Ήρα όρισε να καταλήγει σε αυτόν το ένα δέκατο όλων των λαφύρων που έκτοτε θα αποκτούσε ο Άρης στους πολέμους και τις μάχες των θνητών.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Γνωρίζουμε από τον Κορνούτο ότι το όνομα του Θεού Άρεως ετυμολογείται είτε από το «αίρειν» ή «αναιρείν», είτε από την λέξη «αρά» (βλάβη, πλήγμα). Ο Άρης θεωρείται Θεός της σύγκρουσης, ιδίως της πολεμικής, χαρακτηριστικά είναι δε τα προσωνύμιά του «ανδροφόνος», «βροτόλοιγος», «δορυμήστωρ», «δακρυγόνος», «οπλοχαρής», «πολύδακρυς», «σιδήρεος», «στράτιος», «τειχεσιπλήτης», «φιλαίματος» και «χαλκάρματος».
ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Άρης εκπροσωπεί το αχαλίνωτο πάθος, την επιθετικότητα, την τολμηρότητα, την αγριότητα, το άκοσμο και το θορυβώδες (εξ ού και οι επικλήσεις του «άγριος», «θρασύς», «θρασυμήτης» και «ωμός») και εν γένει κάθε τυφλή εκβολή ωμής ενέργειας, καθώς και το αλλοπρόσαλλο πνεύμα («Ιλιάς», Ε, 830 και 889). Η φύση του ημερεύει μόνον μπροστά στα δημιουργικά έργα της Θεάς Δηούς – Δήμητρος ή στην ερωτική ισχύ της Θεάς Αφροδίτης που τον βιάζει, τον δαμάζει και γεννά από την ένωσή του την Θεά Αρμονία, την οποία ο Εμπεδοκλής ορίζει πολύ σωστά ως εναλλασσόμενη δράση Φιλότητας και Φιλονικίας («...άλλοτε η Φιλότης ενώνει τα πράγματα και τα κάνει ένα, και άλλοτε η έχθρα της Φιλονικίας τα χωρίζει...»). Σε μία άλλη ύστερη (Κικέρων, «De natura Deorum», 3.59) εκδοχή της ενώσεώς του με την Θεά Αφροδίτη, ο Θεός Άρης γέννησε τον Έρωτα και τον Αντέρωτα.

Κάθε φορά που ο Θεός σχετίζεται με την Θεά Δηώ – Δήμητρα, μετατρέπεται σε γονιμικό και κρηναίο, αρδευτικό Θεό, όπως μαρτυρούν κάποιες λατρείες του στην Αττική, την Τεγέα (υπό την επίκληση «αφνειός», ήτοι Θεός της αφθονίας, βλ. Παυσανίας, VIII 44, 7 - 8) και την Βοιωτία. Σχετική είναι η αθηναϊκή αφήγηση της ενώσεώς του με την θνητή Άγραυλο (μεταφορά για την καλλιεργήσιμη γη), από όπου γεννήθηκε η Αλκίππη ή Αγανίππη (μεταφορά για την αιώνια πηγή της ζωής).

Στο κατεξοχήν πεδίο δικαιοδοσίας του, δηλαδή στην άμεση σύγκρουση, ο Θεός Άρης νικάει τους πάντες πλην της Θεάς Αθηνάς, δηλαδή της Σύνεσης και της Σοφίας, άρα κατ’ επέκταση και της πολεμικής στρατηγικής. Ο Θεός Άρης απεικονίζεται πάνοπλος επάνω σε άρμα που το σέρνουν τέσσαρες άγριοι και φοβεροί ίπποι, πλαισιωμένος από τους δύο δικούς του «υιούς», τον Δείμο (δηλαδή τον Τρόμο) και τον Φόβο (αδέλφια και οι δύο της Αρμονίας από την ένωσή του με την Θεά Αφροδίτη), καθώς και από τον Θυμό, τον «υιό» του Αλαλαγμό, την «αδελφή» του Έριδα, την Βοή, αλλά και την «μητέρα» του Ενυώ.
ΙΕΡΑ - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Ιερό μέταλλο του Θεού είναι ο σίδηρος και, κατ’ επέκταση, πρέποντα αφιερώματα προς αυτόν όλα τα σιδηρά όπλα. Ιερό άνθος του είναι η παπαρούνα, ιερό χρώμα του το κόκκινο. Γνωρίζουμε από τον Κορνούτο ότι ιερά ζώα του είναι ο γύπας, ο πετεινός (τόσο για το μαχητικό της φύσης του, όσο και κατά την παράδοση του έρωτα Άρεως – Αφροδίτης, όπου αναφέρεται ως υπηρέτης του πρώτου ο Αλεκτρύων, που αποκοιμήθηκε και δεν μπόρεσε να σώσει τον κύριό του, μεταμορφωθείς για τιμωρία σε πετεινό που έκτοτε φωνάζει μόλις εμφανίζεται ο καταδότης των παρονόμων ερώτων Ήλιος) και ο σκύλος. Εμβλήματά του οι αναμμένες δάδες και τα όποια όπλα χειρός.
ΕΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Επίκληση του Θεού Άρεως γίνεται μόνο όταν όλες οι ειρηνικές λύσεις εξαντλούνται και απομένει μόνον η άμεση σύγκρουση. Οι ιερείς του Θεού (οι «πυρφόροι») προχωρούν μπροστά από τον συνταγμένο στρατό πριν την επίθεση, κι εξακοντίζουν τις δάδες του Άρεως κατά των εχθρών. Στην ειρήνη, οι επικλήσεις είναι μόνο εξευμενιστικές, προς έναν Θεό τον οποίο φοβούμενοι ακόμα και οι κατ’ εξοχήν πολεμιστές Σπαρτιάτες, τον απεικονίζουν αλυσοδεμένο. Ο ένας από τους δύο λεγόμενους «ορφικούς» ύμνους του Θεού Άρεως τον επικαλείται εξευμενιστικά ως εξής:

«Άρρηκτ', ομβριμόθυμε, μεγασθενές, άλκιμε δαίμον

οπλοχαρής, αδάμαστε, βροτοκτόνε, τειχισιπλήτα

Άρες άναξ, οπλόδουπε, φόνοις πεπαλαγμένος αιεί

αίματι ανδροφόνωι χαίρων, πολεμόκλονε, φρικτέ,

ος ποθέεις ξίφεσίν τε και έγχεσι δήριν άμουσον

στήσον έριν λυσσώσαν, άνες πόνον αλγεσίθυμον,

εις δε πόθον νεύσον Κύπριδος κώμους τε Λυαίου

αλλάξας αλκήν όπλων εις έργα τα Δηούς

ειρήνην ποθέων κουροτρόφον, ολβιοδώτιν».


ενώ και ο δεύτερος («Εις Άρεα») καταλήγει ανάλογα: «θάρρος χάρισέ μου μακάριε, να κρατιέμαι στους σωτήριους θεσμούς της ειρήνης, αποφεύγοντας τις μάχες με τους εχθρούς μου και τους βίαιους θανάτους».
Ο ΑΡΗΣ ΤΩΝ ΕΤΡΟΥΣΚΩΝ
Ο αντίστοιχος Θεός των Ετρούσκων είναι ο Μάρις ή Μάσο (Maris ή Αpa Maris, δηλαδή. «αρσενικός», Maso), προστάτης και κυβερνήτης Θεός της γεωργίας, της γονιμότητας, της αύξησης, της άνοιξης, της οιωνοσκοπίας, αλλά και του πολέμου, περαιτέρω αντιστοιχών προς τον Ρωμαίο Μαρς. Ο Μάρις συχνά απεικονιζόταν μαζί με την Θεά Τουράν, που αντιστοιχεί στην Θεά Αφροδίτη των Ελλήνων. Ενίοτε τον πλαισίωνε η Μέαν (Mean), η πανάρχαια Θεά που χάριζε την νίκη σε όλα τα είδη συγκρούσεων, είτε αμυντικών είτε επιθετικών και που αργότερα οι Ρωμαίοι την ταύτισαν με τις Θεές Βικτόρια (Victoria) και Βακούνα (Vacuna).
Ο ΑΡΗΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ
Ο αντίστοιχος προς τον Θεό Άρη Θεός των Ρωμαίων είναι ο Μαρς (Mars, Mavors, Mamers), ένας πρωτεύων Θεός, δεύτερος στην ιεραρχία του εθνικού ρωμαϊκού Πανθέου μετά από τον ύπατο Θεό Ιούπιτερ, με αρχιερέα του τον λεγόμενο «Flamen Martialis». Το όνομά του ετυμολογείται κατά τον Οβίδιο από το «mas», «maris», που σημαίνει ανδροπρεπής, αρσενικός, το δε «Mavors», σύμφωνα με τον Κικέρωνα (De natura Deorum 2,26) από το «magna vertere», δηλαδή το «πολυκαταστρέφειν».

Περισσότερο κοντά στον Μάρις των Ετρούσκων, ο Μαρς είναι Θεός του πολέμου, προστάτης της γεωργίας και των αγροτών, ένοπλος υπερασπιστής της καλλιεργημένης γης, προσωποποίηση της αρχής του ζωοποιού Ηλίου, προστάτης των πολιτικών θεσμών και του αμάχου λαού, καθώς και έφορος της οιωνοσκοπίας (της έμμεσης μαντικής, που είναι απαραίτητη σε όσους οδηγούν στρατούς). Ο Μαρς γεννήθηκε με παρθενογένεση από την Θεά Ιούνο (σε επαφή της με ένα άνθος που της προμήθευσε η Θεά Φλόρα) και «υιοί» του θεωρούντο οι Ρωμύλος και Ρέμος, τους οποίους η ρωμαϊκή μυθολόγηση ήθελε να έχει γεννήσει ο Θεός με την εστιάδα ιέρεια Ρέα Σύλβια. Ως ο Θεός – Πατέρας, Mars «Pater», των ιδρυτών της Αιώνιας Πόλεως, λατρευόταν κατά την διάρκεια ολόκληρου του έτους με πάμπολλες και επιβλητικές εορτές, ενώ οι ιταλικές φυλές των Marsians, Marrucians και Mamertines επίσης τον θεωρούσαν δικό τους γενάρχη.

Στην Ρώμη, ο Θεός αρχικά λατρεύτηκε με το απλό άγαλμα - σύμβολο του δόρατος, όπως μαρτυρά μία σχετική τελετή, κατά την οποία ο αξιωματικός - ιερέας, κοιτάζοντας το Ιερό Δόρυ που φυλασσόταν στο «Μέγαρο της Regia» αναφωνούσε το «Mars, vigila !». Ο Dumezil αναφέρει ότι στο «Sacrarium Martis» του «Μεγάρου της Regia» φυλάσσονταν όλα τα ιερά αντικείμενα που σχετίζονταν με τον Πόλεμο και τα χρησιμοποιούσαν ως σύμβολα της παρουσίας του Θεού σε κάποιες ιεροπραξίες.

Ο Θεός Μαρς αποτελούσε τμήμα της αρχαϊκής ρωμαϊκής Ιερής Τριάδας Juppiter - Mars – Quirinus, όμως αργότερα αντικαταστάθηκε από τη Θεά Juno «Regina», όπως άλλωστε και ο Quirinus από τη Θεά Minerva. Κατά την αυτοκρατορική εποχή ο Μαρς ανέπτυξε την πολεμική του κυρίως πλευρά και σημαντική του επίκληση υπήρξε η Mars «Ultor», δηλαδή Μαρς «Εκδικητής». Όντας ο οπλισμένος υπερασπιστής μιας πόλης στην οποία απαγορευόταν η είσοδος και παραμονή οπλισμένων στρατιωτικών τμημάτων, ο Ναός του Μαρς βρισκόταν έξω από το Pomerio, στο λεγόμενο «Campo di Marte» (ελληνιστί «Πεδίον του Άρεως»), όπου διεξάγονταν όλες οι πολεμικές ασκήσεις, στις οποίες πρωταγωνιστούσαν οι νεαροί των στρατιωτικών ακαδημιών.

Από τον Πρεσβύτερο Κάτωνα («De Re Rustica», 141) γνωρίζουμε ότι ως ένοπλος υπερασπιστής, ο Θεός γινόταν ο αποδέκτης επικλήσεων ομόβαθμα από την πλευρά των πολεμιστών πριν από τη μάχη και από την πλευρά των αγροτών πριν από τον «εξαγνισμό» («lustrazione») των καλλιεργούμενων χωραφιών με πλούσιες προσφορές καρπών και ζωοθυσιών: «Ώ, εσύ πατέρα Mars, ευλόγησε το σανό, το σιτάρι, τα αμπέλια και όλες τις καλλιέργειες, και κάνε τες ν’ αναπτυχθούν και να γίνουν ώριμες» («..Utique tu, Mars Pater, fruges, frumenta, vineta, virgultaque grandire beneque evenire sinas»).

Με την αρχή του ρωμαϊκού μήνα Μαρτίου (Martius), ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον συγκεκριμένο Θεό, ξεκινούσε επίσης και το δωδεκάμηνο «Ιερατικό Έτος» των Ρωμαίων, το οποίο περιελάμβανε πολλές εορτές προς τιμήν του, όπως λ.χ. τα «Matronalia» (τα γενέθλια του Θεού, την 1η του μηνός Μαρτίου), τα «Equirria» (με ιπποδρομίες προς τιμήν του, στις 14 Μαρτίου), το «Agonium» (την 17η Μαρτίου), την πενθήμερη εορτή της εαρινής ισημερίας «Quinquatria» (στις οποίες συνεόρταζε με την Μινέρβα και τελούντο οι «ιερές ορχήσεις» των λεγόμενων «Σαλλίων» ιερέων), το «Tubilustrium» (δηλαδή τον καθαρμό των συμβόλων του Θεού, την 23η Μαρτίου, 23η Μαϊου και 19η Οκτωβρίου), την «Θυσία του Οκτωβριανού Ίππου» στις Ίδες του Οκτωβρίου, κ.ά.

Ιερέας του Θεού Mars ήταν ο λεγόμενος «Flamen Martialis», ένας από τους πέντε βασικούς ανώτατους ιερείς του Αρχιερατικού Συμβουλίου της Ρώμης («Collegio Pontificale Romano»). Μαζί με εκείνον του Θεού Giove (δηλαδή τον «Flamen Dialis») και του Θεού Quirinus (δηλαδή τον «Flamen Quirinalis») αποτελούσαν την καρδιά της ρωμαϊκής ιεραρχίας, το σώμα των «Flamini Maggiori». Παρά την μετέπειτα εκτόπιση των Mars και Quirinus από τις Juno και Minerva και τον σχηματισμό του πενταμελούς Ιερατικού Συμβουλίου, η αρχική Τριάδα δεν έπαψε ποτέ να αντικατοπτρίζει τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της αρχαϊκής ρωμαϊκής κοινωνικής διαστρωμάτωσης: ο «Flamen Dialis» για τους ιερείς, ο «Flamen Martialis» για τους πολεμιστές και ο «Flamen Quirinalis» για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους.

Ανάμεσα στα πολλά προσωνύμια του Θεού, γνωστότερο είναι το «Pater» («Πατήρ»), αφού θεωρείται πατέρας ολόκληρου του ρωμαϊκού λαού. Αποκαλείται επίσης «Ultor», επειδή εκδικείται τις πολεμικές επιθέσεις ενάντια στην πόλη, «Vigilans», επειδή επαγρυπνά για την προστασία της, «Stator», επειδή μέσα στην αγριότητα της μάχης εμφυσά πολεμική ισχύ και ψυχική δύναμη στους λεγεωνάριους που συγκρούονται με τον εχθρό, «Quirinus», επειδή προστατεύει τους ανθρώπους και τους αγρούς από τις μολύνσεις και τις ασθένειες, «Victor», καθώς αυτός εξασφαλίζει τις νίκες και «Gradivus», επειδή στηρίζει τις προελάσεις.

Στον Θεό Mars ήσαν αφιερωμένοι οι νεαροί του Θιάσου «Ver Sacrum» («Ιερά Άνοιξη»), οι οποίοι σε δύσκολους καιρούς άφηναν τα πάτρια εδάφη για να θεμελιώσουν μία νέα αποικία, ακολουθώντας απλώς τους οιωνούς μιας σειράς από ιερά για τον Θεό ζωντανά πλάσματα (λ.χ. λύκους, πράσινους δρυοκολάπτες, κ.ά.). Ιερά φυτά του είναι η αψιθιά (σύμβολο βασάνων και κακοδαιμονίας), η συκή, η δρυς και η δάφνη, ιερό και μαντευτικό πτηνό του ο πράσινος δρυοκολάπτης («Picus Viridis») και ιερά του ζώα ο λύκος, ο σκύλος, το κριάρι και ο ίππος.
ΚΕΛΤΟ-ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΘΕΟΚΡΑΣΙΕΣ
Ως συνέπεια της ρωμαϊκής επέκτασης στις χώρες των Κελτών / Γαλατών δημιουργήθηκαν αρκετές νέες λατρείες, αποτελέσματα θεοκρασίας του Μαρς (τον οποίο οι Κέλτες ταύτισαν με τους Θεούς τους Λευκέτιους, Leucetius, που ήταν ένας κεραύνιος Θεός, Ντουνάτις, Dunatis, του οποίου το όνομα σημαίνει «Προστάτης των Οχυρών» και Κατούριξ, Caturix, του οποίου το όνομα σημαίνει «Βασιλεύς των Μαχών») με διάφορες τοπικές θεότητες. Γνωστότερες από αυτές τις θεοκρασίες είναι οι εξής:

Μάρς Λένους (Mars Lenus), θεραπευτής Θεός, του οποίου η λατρεία εντοπίζεται στο Trier, όπου συλλατρευόταν με την Θεά Ανκάμνα.

Μαρς Μούλλο (Mars Mullo), θεραπευτής Θεός, σημαντικό τέμενος του οποίου υπήρχε στο Allonnes, όπου και βρέθηκαν άφθονα αναθήματα (υπερτριακόσια νομίσματα, γλυπτά αφιερώματα, κ.ά.) που αποδεικνύουν ειδίκευση του Θεού στη θεραπεία ασθενειών της όρασης.

Μάρς Σμέρτριους (Mars Smertrius), επίσης θεραπευτής Θεός, η λατρεία του οποίου εντοπίζεται σε ένα κρηναίο Ιερό στο Moehn, βορείως του Trier, όπου συλλατρευόταν με την Θεά Ανκάμνα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Lesley & Roy Adkins, «Dictionary Of The Roman Religion», εκδόσεις «Facts On File», New York, 1996

Giacomo Devoto, «Gli Antichi Italici», εκδόσεις «Vallecchi», Firenze, 1977

Georges Dumezil, «La Religione Romana Arcaica», εκδόσεις «Εdizione Rizzoli», Milano, 1977

Richard Lewis Farnell, «The Cults Of The Greek States», εκδόσεις «University of Oxford», Οxford , 1907

Pierre Grimal, «Λεξικό Της Ελληνικής Και Ρωμαϊκής Μυθολογίας», εκδόσεις «The University Studio Press», Θεσσαλονίκη, 1991

Κωνσταντίνος Κοντογονής, «Επιτομή Ελληνικής Μυθολογίας», εκδόσεις «Κω/νου Γκαρπόλα Ολυμπίου», Αθήνα, 1840

Λεύκιος Ανναίος Κορνούτος, «Επιδρομή των κατά την Ελληνικήν Θεολογίαν παραδεδομένων», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, υπό έκδοση

Ηλίας Οικονομόπουλος, «Μυθολογία Της Αρχαίας Ελλάδος», εκδόσεις «Φέξης», Αθήνα, 1900

Renato del Ponte, «La Religione Dei Romani», εκδόσεις «Rusconi Libri», Milano, 1992

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, «Περί των Πατρώων Θεών», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 1992

Claudio Rutilio, «Θεολογία των Ρωμαίων», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 1998

Ernst Samter, «Die Religion Der Griechen», εκδόσεις «B.G. Teubner», Λειψία, 1925

Charles Seltman, «The Twelve Olympians And Their Guests», εκδόσεις «Max Parrish», London, 1956
Βλάσης Ρασσιάς

© Πνευματικά δικαιώματα Ιεροπρακτικός Θίασος Δελφύς
http://www.delphys.gr/index.htm

Εστία, η Θεά του Οίκου

Η Εστία είναι η Θεά της Οικίας ή η ίδια η ιδέα του Άσβεστου Πυρός. Κατά τον Όμηρο η Εστία, «ιστίη» όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια, είναι αντικείμενο θρησκευτικού σεβασμού, την οποία επικαλούνται ως μάρτυρα των όρκων μαζί με τον Δία, όσοι δε, τίθενται υπό την προστασία της είναι απαραβίαστοι.

Στην Θεογονία του Ησίοδου και στους Ομηρικούς Ύμνους εμφανίζεται περιβεβλημένη με ανθρωπομορφικό χαρακτήρα. Αναφέρεται ως θυγατέρα του Κρόνου και της Ρέας και ως πρώτο τέκνο αυτών. Αργότερα, οι ποιητές τιμούσαν σε αυτή την πρωτότοκη, την πρεσβύτατη των θεοτήτων. Η έκφραση «Αφ’ Εστίας» θυμίζει ότι η Εστία λάμβανε τις απαρχές όλων των θυσιών και πως στις ευωχίες οι πρώτες σπονδές γίνονταν προς τιμήν της. 

Η Εστία, αδελφή του Διός, της Ήρας, της Δήμητρας, του Άδου και του Ποσειδώνος, ένεκα της πρωτοτοκίας κατείχε την υψηλότερη θέση ανάμεσα σ’ αυτές τις μεγάλες θεότητες και κατέκτησε από αυτούς την πρωτοκαθεδρία. Οι αναφορές σ’ αυτήν περιορίζονται σ’ ένα μύθο που βρίσκουμε στον Ομηρικό Ύμνο για την Αφροδίτη, ο οποίος
Θυσία και σπονδή στους Εφέστιους Θεούς. Πίνακας του Waterhouse, 1880.
αναφέρει πως ο Ποσειδών και ο Απόλλων την ζήτησαν σε γάμο, όμως αυτή δεν ήθελε και αρνήθηκε σθεναρά. Αγγίζοντας το κεφάλι του ασπιδοφόρου Διός, όρκο μεγάλο έδωσε που ήταν και τελεσίδικος, παντοτινά να είναι παρθένα. Τότε ο Ζευς αντί για γάμο της έδωσε την μέγιστη τιμή, να κάθεται στο μέσον του σπιτιού απολαμβάνοντας την μεγαλύτερη μερίδα. Και, σε όλους τους Ναούς των Θεών είναι τιμιούχος και για όλους τους θνητούς η πρέσβειρα είναι των Θεαινών. Μία παράδοση αναφέρει πως η Θεά έλαβε αυτά τα προνόμια από τον Δία, μετά την νίκη του ενάντια στους Τιτάνες. Ωστόσο, η Εστία έμενε πάντα στα ολύμπια δώματα και ποτέ δεν απομακρυνόταν από την επίσημη θέση της. Οι αναφορές για τις γαμήλιες προσφορές που της έγιναν από τον Απόλλωνα και τον Ποσειδώνα πιθανόν να έχουν συναχθεί από την κοινή λατρεία των τριών θεοτήτων στους Δελφούς. Σύμφωνα με τον Οβίδιο (Ημερολόγιο) κάποια μέρα που όλοι οι Θεοί είχαν παρακαθίσει σε μία γιορτή και από το φαγητό και το ποτό είχαν αποκοιμηθεί, ο Πρίαπος μεθυσμένος επιχείρησε να βιάσει την Εστία. Αλλά τότε ένας γάιδαρος γκάριξε δυνατά και η Εστία ξύπνησε κι έβαλε τις φωνές βλέποντας τον Πρίαπο έτοιμο να της ριχτεί κι έτσι τον έκανε να το βάλει στα πόδια τρομαγμένος. Ο Robert Graves στο βιβλίο «Οι ελληνικοί μύθοι» αναφέρει: «η απόπειρα του Πρίαπου να την βιάσει, είναι ανεκδοτολογική προειδοποίηση κατά της ιερόσυλης κακομεταχείρισης των φιλοξενουμένων γυναικών που έχουν τεθεί κάτω από την προστασία της σπιτικής ή της δημόσιας εστίας. Ακόμη και ο γάιδαρος, σύμβολο λαγνείας, διαλαλεί την εγκληματική τρέλα του Πρίαπου». Επίσης, η Εστία είναι η μόνη από τους Ολυμπίους Θεούς που δεν παίρνει μέρος σε πολέμους ή διαμάχες.
  Οι πρώτοι Έλληνες έδωσαν το όνομα στην Θεά Εστία όχι τόσο από τον ακίνητο λίθο που βρισκόταν στο μέσον της οικίας τους και χρησίμευε για να υποβαστάει την φωτιά αλλά από την ίδια την φωτιά. Το οικιακό πυρ είχε ουράνια καταγωγή, άλλωστε ανερχόταν από τους κοινούς βωμούς στον ουρανό ως κομιστής των ευχών και των προσφορών των ανθρώπων, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο συν-κοινωνούν με τους Θεούς. Στην θυσία, η γέννηση και η λαμπρή ενέργεια αυτής ήταν αναπόσπαστες συνθήκες της λατρείας των άλλων ουρανίων δυνάμεων, οι οποίες μόνο με την πρόσκληση αυτής γίνονται. Η Εστία, πρώτη από τους Θεούς αποκάλυψε την παρουσία της φωτιάς στην Γή. Ίσως, γι’ αυτό τίθεται στην αρχή της γενεαλογίας.
  Η ιερή σημασία της λέξης Εστία φαίνεται απονεμημένη ως προς το Ιερό Πυρ που ανάβει για τις θυσίες. Στις θρησκευτικές δοξασίες των Ελλήνων έμειναν αυτές οι αναμνήσεις της αρχαίας ταυτότητας της Εστίας προς την ακτινοβόλο εστία του Βωμού. Σε όλα τα Ιερά αντιπροσωπεύει το Ιερό Πυρ, που καίει προς τιμήν της θεότητος που κατοικεί σ’ αυτό. Ο βωμός της στους Δελφούς ήταν η «Κοινή Εστία» των Ελλήνων, από εκεί άναβε η φωτιά των Ναών, η οποία δεν έσβηνε ποτέ. 



Παράσταση από αττική ερυθρόμορφη κύλικα, 515-510 π.α.χ.χ. Υπογράφετε από τον αγγειοπλάστη Ευξίθεο και τον αγγειογράφο Όλτο. Εικονίζεται συγκέντρωση Θεών. Στο μέσο της σκηνής ο Δίας σπένδει με φιάλη που του γεμίζει ο οινοχόος Γανυμήδης, πίσω από τον οποίο κάθεται η Εστία, κρατώντας καρποφόρα κλαδιά.
    Ο συνδυασμός της Εστίας και του Ερμού στα μνημεία της τέχνης και της ελληνικής ποιήσεως μαρτυρεί πως υπάρχει σχέση μεταξύ τους. Ο Ερμής ήταν ο αληθινός εφευρέτης των θυσιών, ανάβοντας την πρώτη Φωτιά πάνω στη Γή, προς τιμήν των Θεών. Στις σπάνιες απεικονίσεις της η Εστία εμφανίζεται συνήθως μαζί με τον Ερμή με τον τρόπο που την σμίλεψε ο Φειδίας στο βάθρο του μεγάλου αγάλματος του Διός στην Ολυμπία μαζί με τους δώδεκα Θεούς. Ο Ομηρικός Ύμνος στην Εστία περιλαμβάνει μια εξάστιχη επίκληση στον Ερμή όπου ο ποιητής αναφέρεται δύο φορές στα αισθήματα φιλίας που νιώθει ο ένας για τον άλλον. Ο συγγραφέας Jean Pierre Vernant στο βιβλίο του «Μύθος και σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα» αναλύοντας διεξοδικά την σχέση ανάμεσα στις δύο θεότητες, λέει λοιπόν: «Αυτή πάντως η αμοιβαία φιλία δεν στηρίζεται ούτε στους δεσμούς του αίματος ή του γάμου, ούτε στην προσωπική εξάρτηση. Ανταποκρίνεται σε μια λειτουργική συγγένεια. Οι δύο θεϊκές δυνάμεις, παρούσες στους ίδιους χώρους, αναπτύσσουν εκεί, η μια πλάι στην άλλη, συμπληρωματικές δραστηριότητες. Δεν είναι ούτε συγγενείς, ούτε σύζυγοι, ούτε εραστές, ούτε υποταγμένοι ο ένας στον άλλον. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Ερμής και η Εστία είναι «γείτονες». Σχετίζονται, πράγματι, και οι δυο τους, με τον γήινο χώρο, με την διαμονή μιας μόνιμης, μη νομαδικής ανθρωπότητας. «Και οι δυο σας -εξηγεί ο ύμνος- έχετε κατοικία σας τα σπίτια τα ωραία των ανθρώπων που ζουν στην Γή και στην καρδιά σας ο ένας για τον άλλο φιλία νιώθει» και συνεχίζει λίγο παρακάτω: «Πάντως, τα διάφορα γνωρίσματα που συνθέτουν την φυσιογνωμία του Θεού φαίνονται να ταξινομούνται καλύτερα όταν δει κανείς τον Θεό στις σχέσεις του με την Εστία. Για την θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων, οι δύο θεότητες συγκροτούν ένα ζεύγος, γιατί τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο, η δράση τους αναφέρεται στην ίδια περιοχή του πραγματικού, αναλαμβάνουν συναφείς λειτουργίες. Τώρα, σχετικά με την Εστία, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία: η σημασία της είναι ξεκάθαρη, ο ρόλος της αυστηρά καθορισμένος. Επειδή της έλαχε να θρονιάζεται, για πάντα ακίνητη, στο κέντρο του οικιακού χώρου, η Εστία προϋποθέτει, σαν αλληλένδετο κι αντίθετο σ’ αυτή πρόσωπο, τον γοργοκίνητο Θεό που βασιλεύει στον χώρο του ταξιδιώτη. Στην Εστία ανήκει το μέσα, το κλειστό, το σταθερό, η αναδίπλωση της ανθρώπινης ομάδας στον εαυτό της. Στον Ερμή ανήκει το έξω, το άνοιγμα, η κινητικότητα, η επαφή με τον άλλον. Μπορούμε να πούμε ότι το ζεύγος Ερμής - Εστία εκφράζει, στην πολικότητά του, την ένταση που παρατηρείται στην αρχαϊκή παράσταση του χώρου: ο χώρος απαιτεί ένα κέντρο, ένα προνομιακό σταθερό σημείο, από όπου μπορεί κανείς να προσανατολίσει και να καθορίσει κατευθύνσεις, που όλες τους διαφέρουν ποιοτικά. Αλλά ο χώρος παρουσιάζεται συνάμα σαν τόπος της κίνησης, πράγμα που προϋποθέτει μια δυνατότητα μετάθεσης και περάσματος από ένα οποιοδήποτε σημείο σ’ ένα άλλο». Η Εστία «κεντροθετεί» τον χώρο και ο Ερμής τον «κινητοποιεί» γιατί προστατεύουν ακριβώς, σαν θεϊκές δυνάμεις, ένα σύνολο δραστηριοτήτων, που αφορούν την διαρρύθμιση του εδάφους και την οργάνωση του χώρου, αλλά που ξεπερνούν σε μεγάλο βαθμό αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε χώρο και κίνηση.
  Στις αρχέγονες κατοικίες της Ελλάδος η Εστία δεν χρησίμευε μόνο για τις καθημερινές ανάγκες του βίου αλλά ήταν κυρίως ο βωμός που θυσίαζαν στους Εφεστίους Θεούς, συνεπώς ήταν ιερή και ως εστία των δημοσίων θυσιών. Κατείχε την ίδια θέση με την φωτιά πάνω στο βωμό, ο οποίος βρισκόταν στο κέντρο της οικίας, της οποίας ο όροφος ήταν ανοικτός προς τον ουρανό για να εξέρχεται ο καπνός. Όταν η λατρεία της Εστίας έγινε οικιακή, το Ιερό Κέντρο όπου γύρω του συναθροιζόταν η οικογένεια έγινε η διαμονή της Εστίας, που είχε την έδρα της στο μέσον της οικίας. Αυτή είναι η πρώτη των Θεοτήτων της οικογένειας που δίδαξε στους ανθρώπους την οικοδόμηση της κατοικίας και εκείνη που τους παρείχε όλα τα αγαθά του οικιακού βίου. Η κυκλική εστία, που είναι στερεωμένη στο έδαφος μοιάζει με τον ομφαλό που ριζώνει την οικία στο έδαφος και έχει αξία κέντρου. Ο Vernant λέει: «είναι σύμβολο κι εχέγγυο στερεότητας, σταθερότητας και μονιμότητας». Στον Φαίδρο ο Πλάτων μάς παρουσιάζει την κοσμική πομπή των δώδεκα Θεών: δέκα θεότητες πορεύονται ακολουθώντας τον Δία που τις οδηγεί μέσα από τα πλάτη του Ουρανού. Μόνο η Εστία παραμένει ακίνητη στο σπίτι, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει την θέση της. Την Θεά όντας σταθερό σημείο, κέντρο απ’ όπου ξεκινώντας ο ανθρώπινος χώρος προσανατολίζεται κι οργανώνεται, θα την ταυτίσουν οι ποιητές και οι φιλόσοφοι με τη Γή, την ακίνητη στο κέντρο του κόσμου. «Οι σοφοί -γράφει ο Ευριπίδης- ονομάζουν Εστία την Γαία - Μητέρα, γιατί εδρεύει ακίνητη στο κέντρο του Αιθέρος». Η Εστία, σε ορισμένες παραστάσεις της απεικονίζεται καθισμένη πάνω σ’ έναν ομφαλό και όχι στον οικιακό της βωμό. Ο ομφαλός των Δελφών θεωρείτο έδρα της Εστίας. Στους ιστορικούς χρόνους, θα ονομάσουν Ομφαλό της Πόλης, τον βωμό της Κοινής Εστίας, εκείνον που είχε ιδρυθεί στο κέντρο της πόλης.
Θυσία στην Εστία, πίνακας του Goya
  Ο ομηρικός ύμνος αναφερόμενος στην Εστία λέει ότι «δίχως εσένα δεν θα είχαν οι θνητοί γιορτές αν πρώτα δεν πρόσφεραν σπονδή με κρασί γλυκό σαν μέλι στην πρώτη και στερνή Θεά Εστία». Η Θεά έχει την τιμητική θέση στο τραπέζι όπου το γεύμα άρχιζε και τελείωνε με επίκληση σ’ αυτήν. Ο τρόπος αυτός αποτελεί έναν κύκλο κλειστό μέσα στο χρόνο, όπως ο οίκος σχηματίζει έναν κύκλο κλειστό μέσα στο χώρο. Επίσης ο Κορνούτος στην Ελληνική Θεολογία αναφέρει πως η Εστία είναι και πρώτη και έσχατη, από αυτήν αρχίζει κανείς και με αυτήν τελειώνει. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν πως θυσίαζαν κυρίως χοίρους στην Θεά. Τα φαγητά που ψήνονται στον βωμό της οικιακής εστίας πραγματώνουν μια θρησκευτική αλληλεγγύη ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί πως ο Επιμενίδης ονόμαζε τα μέλη του οίκου «ομοκάπους» αυτούς που τρώνε στο ίδιο τραπέζι ή ομοκάπνους, αυτούς που αναπνέουν τον ίδιο καπνό. Η εστία, το γεύμα λειτουργούν ως άνοιγμα του οικιακού κύκλου σε κάποιον που δεν ανήκει στην οικογένεια εντάσσοντάς τον στην οικογενειακή κοινότητα. Δίπλα στην εστία έβαζαν να κάτσει ο ικέτης που εξόριστος από την πόλη του αναζητούσε να ενταχθεί σε νέα ομάδα. Ο ξένος οδηγείτο στην εστία γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει επαφή ή σχέση με κάποιον που δεν θα είχε ενταχθεί πρώτα στον οικιακό χώρο. Ο Πίνδαρος αναφέρει πως πάντοτε στα γεμάτα τραπέζια των Πρυτανείων, όπου βασιλεύει η Εστία, τηρείται η δικαιοσύνη του Ξένιου Διός. Με την ανταλλαγή των αγαθών και την κυκλοφορία των προσώπων, γυναικών, κηρύκων, πρεσβευτών, φιλοξενουμένων και συνδαιτυμόνων δημιουργείται ένας σύνδεσμος ανάμεσα στις οικιακές ομάδες. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο στην Χαιρώνεια της Βοιωτίας, ο άρχοντας της πόλης θυσίαζε κάθε χρόνο πάνω στην κοινή εστία και πως το παράδειγμά του μιμούντο και οι πολίτες στους οίκους τους. Με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να απομακρύνουν από τον τόπο τους την πείνα. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Άλκηστις», παρουσιάζει την ηρωίδα που είναι έτοιμη να πεθάνει στη θέση του συζύγου της Αδμήτου, να απευθύνει την τελευταία της προσευχή στην Εστία ζητώντας της να επαγρυπνεί για τα παιδιά της που θα έμεναν χωρίς την μητέρα τους, να δώσει στην κόρη της σύζυγο αντάξιό της, μια εκλεκτή σύντροφο στον γιο της και να χαρίσει σ’ όλους ζωή μακρά και ευτυχισμένη. Επίσης, ο Θουκυδίδης αφηγείται τον ερχομό του Θεμιστοκλή στο ανάκτορο του Αδμήτου, του βασιλιά των Μολοσσών. Ο Άδμητος απουσίαζε και η γυναίκα του συμβούλεψε τον εξόριστο να καθίσει κοντά στην εστία βάζοντάς του στην αγκαλιά ένα από τα παιδιά της. Ο Θουκυδίδης αναφέρει: «όχι μονάχα επειδή η εστία αποτελεί το κέντρο της οικογένειας, αλλά κι επειδή έχει αυτόν τον προστατευτικό χαρακτήρα και είναι αφιερωμένη στους Θεούς, έχοντας τη μορφή του βωμού και η φλόγα της είναι ίδια με τη φλόγα των θυσιών».
  Στην Ελλάδα, η πόλη παρίστανε την εικόνα μεγάλης οικογένειας και κάθε μια είχε την κοινή της εστία, στην οποία διατηρείτο Άσβεστο Πυρ, προς τιμήν της Εστίας, ως θρησκευτικό κέντρο του δημοσίου βίου. Μαζί με την πολιτική εξέλιξη, εξελίχθηκε και η λατρεία της Εστίας. Και ενώ, ο βασιλιάς ήταν αυτός που μονοπωλούσε την πολιτική και θρησκευτική ζωή της πόλεως, περνώντας από τον θεσμό της βασιλείας στην δημοκρατία του Πρυτανείου, το λειτούργημα της προσφοράς των θυσιών στην Εστία περιήλθε σε πολιτικά πρόσωπα που πλέον εκλέγονταν ή κληρώνονταν για να εκτελέσουν τα ενιαύσια ιερατικά τους καθήκοντα.
  Το δημόσιο κτίριο που σε πολλές ελληνικές πόλεις στέγαζε την υπηρεσία για την συντήρηση της Ιερής Φωτιάς ονομαζόταν Πρυτανείο, το οποίο χρησίμευε και για πολλούς άλλους σκοπούς. Αυτό το οικοδόμημα είχε κυκλικό σχήμα και είχε στο κέντρο του βωμό της Εστίας που έκαιγε συνεχώς το πυρ της πόλεως. Εκεί υποδέχονταν τους πρεσβευτές και τους διακεκριμένους ξένους, μερικές φορές γίνονταν οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων. Θεωρείτο μεγάλη τιμή για έναν πολίτη να τρέφεται στο Πρυτανείο με έξοδα του κράτους. Όταν οι πολίτες έφευγαν από την πόλη τους με σκοπό να ιδρύσουν αποικία σε κατάλληλο μέρος έπαιρναν πάντα μαζί τους φωτιά από την κοινή εστία που προορίζετο για την νέα πόλη που θα ίδρυαν.
  Από τον στενό περίβολο της πόλεως η ιδέα αυτή επεκτάθηκε σ’ όλη την Γή, της οποίας οι Δελφοί θεωρούντο ο ομφαλός της, δηλαδή το κέντρο. Η παράδοση λέει πως δύο αετοί που αφέθηκαν από τον Δία εκ των δύο άκρων της Γής, από Ανατολή και Δύση συναντήθηκαν πετώντας στους Δελφούς. Στο Ιερό του Δελφικού Απόλλωνος υπήρχε βωμός της Εστίας, αντικείμενο ιδίου σεβασμού, μέσα από τον οποίο έβλεπαν την «κοινή εστία» της Ελλάδος και του κόσμου.
  Ο Γάλλος συγγραφέας Martin αναφέρει πως «Η Εστία των Δελφών υπολαμβάνεται κατέχουσα επί της κυκλικής και ομαλής επιφάνειας της Γής και υπό τον θόλο του ουρανού θέση όμοια της οικιακής εστίας, καλουμένης εξαιτίας τούτου μεσομφάλου, ως κατεχούσης το μέσον του ορόφου στις παλαιές οικίες της Ελλάδος. Μέσα στον ναό των Δελφών, δίπλα από την Ιερή Εστία, βρισκόταν ο λίθος ομφαλός, ο οποίος αναμφίβολα υποτίθεται πως έδειχνε το ακριβές σημείο του γήινου δίσκου».
  Αυτή η θρησκευτική ιδέα της Εστίας, εξερχόμενη από την κατοικία της οικογενείας, με τον τρόπο που επεκτάθηκε σ’ όλο τον κόσμο, απέκτησε κοσμογραφικό χαρακτήρα μεταβάλλοντας την αρχική φύση αυτής της θεότητας. Οι δοξασίες των Ελλήνων που εκφράζονται από τον Όμηρο και τον Ησίοδο δεν απέδιδαν στην Γή σχήμα σφαιρικό. Είκαζαν πως είχε σχήμα δίσκου, του οποίου η περιφέρεια περιβάλλεται από τον ποταμό Ωκεανό και αυτόν τον καλύπτει ο στερεός Ουράνιος Θόλος. Οι δοξασίες αυτές υπήρχαν και επί Πλουτάρχου. Έλεγαν τότε ότι η φιλόξενη τράπεζα, καλούμενη από άλλους Εστία, φαινόταν σαν «μίμημα Γής».
  Η φιλόξενη τράπεζα που αναφέρει ο Πλούταρχος ήταν η κυκλική τρίποδη τράπεζα που χρησιμοποιείτο αρχικά από τους Έλληνες, της οποίας ο δίσκος ήταν η ακριβής απομίμηση του γήινου δίσκου. Η ορισμένη θέση της Εστίας στους Δελφούς αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως στο πάχος του δίσκου υπάρχει κεντρικό πυρ. Η αιώνια αυτή εστία, αρχή κάθε γήινης ύπαρξης δεν είναι άλλη από την Εστία.
 Υπάρχουν εικασίες ότι η Θεά Εστία αντλούσε την καταγωγή της από την λατρεία της Θεάς Γαίας. Αυτό δείχνει το σχήμα των αφιερωμένων σε αυτήν οικοδομών. Στην Ελλάδα, τα Πρυτανεία που διατηρούσαν μέσα το πυρ της Εστίας ήταν κυκλικές οικοδομές. Στην Ρώμη, ο αρχαίος ναός της Vesta ήταν επίσης κυκλικός περίβολος που είχε στο κέντρο τον βωμό που έκαιγε το Ιερό Πυρ, περιβαλλόμενος από κίονες που υποβαστούσαν τον θόλο. Εικόνα της κυκλικής και ομαλής Γής που έχει το Ιερό Πυρ της Εστίας στο μέσον της επιφάνειάς της και τον Ουράνιο Θόλο από πάνω. Αυτή η ταυτότητα της Εστίας δεν είναι όψιμη εφεύρεση της κοσμολογικής φιλοσοφίας των Ελλήνων, αλλά διατυπώθηκε από τον 5ο αιώνα π.α.χ.χ.
  Ο Ευριπίδης αναφέρει «κ’ Γαία μήτερ, Εστίαν δε σ’ οι σοφοί βροτών καλούσιν ημένην εν αιθέρι» δηλαδή «οι σοφοί ονομάζουν Εστία την Γαία - Μητέρα, γιατί εδρεύει ακίνητη στο κέντρο του αιθέρα». Οι σοφοί στους οποίους αναφέρεται ο ποιητής είναι αναμφίβολα οι Ορφικοί, που αναπαριστούν συχνά αυτές τις ιδέες. Αν και δεν ήταν οι ιδρυτές αυτής της δοξασίας παρόλα αυτά συνέτειναν ως προς τη διάδοσή της. Οι ύμνοι διαφυλάσσοντας πιστά την παράδοση αυτών των ιδεών, περιγράφουν την Εστία, θυγατέρα του ισχυρού Κρόνου να διαμένει στην κεντρική κατοικία του αέναου πυρός, κατοικία των μακάρων Θεών και κραταιό στήριγμα των θνητών. Αλλά κατά τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους, οι οποίοι έχουν πολλές σχέσεις μεταξύ τους, η σημασία της Εστίας διευρύνεται. Δεν είναι μόνον η Γή που κατέχει στο κέντρο της το Πυρ. Πηγή της ζωής είναι η Γή θεωρούμενη σε αυτή τη θέση, η οποία βρίσκεται μέσα στον κόλπο του Σύμπαντος.
  Ο θρόνος της Εστίας είναι η «κεντρική έδρα του κόσμου», η δε έδρα αυτή είναι ακίνητη, ενώ τα άλλα ουράνια σώματα εκτελούν τις περιστροφές τους. Αυτός ο χαρακτήρας της Εστίας επεξηγεί εν μέρει, τον σχετικό μύθο της παρθενίας της. Εάν η Εστία είναι Θεά παρθένος δεν είναι απλά και μόνο επειδή το πυρ είναι το κατ’ εξοχήν καθαρό στοιχείο, είναι διότι η Γή εξαιτίας της σταθερότητάς της δεν έχει σχέση προς τα κινητά στοιχεία του Ουρανού. Ο Απόλλων, ο Ήλιος που όλη μέρα την θαυμάζει ερωτικά, δεν είναι ποτέ δυνατόν να την φτάσει διότι βυθίζεται στον Ωκεανό. Έτσι και ο Ποσειδών που αγαπά την Εστία, η οποία διαβρέχεται από τα κύματά του, μόλις που αγγίζει το θείο σώμα της. Είναι δε απαγορευμένο να εισδύσει στον κόλπο της Γής, μέχρι την πηγή του πυρός όπου διαμένει η Θεά. 
  Οι Στωϊκοί εξέφρασαν παραπλήσια με αυτή ιδέα, λέγοντας ότι η Εστία είναι παρθένος διότι η ακινησία δεν είναι ποτέ δυνατόν να γεννήσει. Αντίθετα οι Πυθαγόρειοι όπως ο Φιλόλαος δεν συμφωνούν με την γενική παράδοση, όταν μέσω του «Εστία Κόσμου» δεν εννοούν αυτήν την ίδια τη Γή, στην οποία απέδιδαν κίνηση αλλά σαν ένα σωρό πυρός, ακίνητο στο κέντρο του Σύμπαντος. Αυτές οι σχέσεις των ιδεών εξηγούν πως η Εστία αναμείχθηκε με τις άλλες θεότητες της Γής, την Γαία, την Δήμητρα και την Κυβέλη. Παριστώντας την ενίοτε ως Κυβέλη, γυναίκα που κρατούσαν τα χέρια της τύμπανο, εικόνα του κυκλικού σχήματος της γήινης σφαίρας. Ως Δήμητρα ήταν η αθάνατη πηγή του βίου, η οποία αναπτύσσεται πάνω στην επιφάνεια της Γής. Η ταύτιση της Εστίας με την Μητέρα των Θεών είναι ίσως από τις αιτίες που θεωρήθηκε ως η αρχαιότερη και πλέον σεβαστή από τις θεότητες. Ο Vernant αναφέρει: «η παρθένα όμως Θεά, για ν’ αναλάβει την λειτουργία της μονιμότητας μέσα στον χρόνο, πρέπει να εμφανίζεται επίσης ως μητέρα». Σχετικά με αυτό και όπως αναφέρθηκε παραπάνω Ευριπίδης, ταυτίζοντας την Γή με την Εστία, χρησιμοποιεί ακριβώς την έκφραση Γαία - Μήτηρ. Η Εστία αντιπροσωπεύει λοιπόν, την πατρική γενιά και την γυναίκα ως παρθένα, και την γυναίκα ως τεκνοποιητική δύναμη και «δεξαμενή» ζωής. Ο Πορφύριος υπογραμμίζει αυτή την πολικότητα, υποδεικνύοντας πως υπάρχουν όχι μία, αλλά δύο μορφές της Εστίας: «από την μια μεριά ο παρθενικός τύπος αλλά από την άλλη επίσης μια που η Εστία είναι δύναμη γονιμότητας (γόνιμος), ο τύπος της κυράς με τους πεταχτούς μαστούς (γυναικός προμάστου)».
  Εν γένει, η Εστία υποδηλώνει αλληλοδιαδοχικά και μέσω σειράς ιδεών, τον κύκλο που ευρύνεται αδιαλείπτως, την εστία που βρίσκεται στο κέντρο του βωμού, την εστία στο μέσον της πόλεως, της Ελλάδος, το κεντρικό πυρ της Γής και τέλος την Γή, στερεά και ακίνητη εστία του Σύμπαντος. Διακρίνεται από τις άλλες θεότητες της φωτιάς μέσω των κοσμογραφικών ιδεών που προσαρμόζονται στο όνομα αυτής και μέσω της ηθικής ιδέας της στασιμότητας και αγιότητας του οικογενειακού βίου, του οποίου είναι το σύμβολο.
  Η τελετουργία των «Αμφιδρομίων» που γίνονταν κατά την 5η ή 10η ημέρα από την γέννηση ενός παιδιού και συμπίπτει με την ονοματοδοσία του, πραγματοποιείται για την αναγνώριση του νεογέννητου από τον πατέρα και σκοπό έχει να εντάξει το παιδί στον χώρο του Οίκου, να το συνδέσει με την Εστία. Το τυπικό της τελετής περιλαμβάνει την περιφορά του βρέφους από τον πατέρα του, γύρω από την Εστία. Ο Βλάσης Ρασσιάς στο βιβλίο του «Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων» λέει: «Οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας, φέρνουν από το πρωί γενέθλια δώρα στο νεογέννητο, το οποίο παρουσιάζει η μαία, στολισμένο με χρυσό ή ασημένιο περιδέραιο και κορδέλες, καθώς και με φυλακτά κατά της βασκανίας. Τα πρωινά «Αμφιδρόμια» κλείνουν με θυσία ζώου, το κρέας του οποίου παρατίθεται στο δείπνο, με σπονδές προς τους Εφέστιους Θεούς…» Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι νόμοι του Σπαρτιατικού πολιτεύματος δεν επέτρεπαν την τέλεση των «Αμφιδρομίων» με τον παραδοσιακό τρόπο γιατί το νεογέννητο δεν συνδεόταν με την πατρική εστία αλλά εντάσσετο στην πολιτική κοινότητα των Ομοίων. 
  Η Εστία αρχικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε άγαλμα. Οι λατρευτές αρκούντο να θυσιάζουν σ’ αυτήν πάνω στον βωμό, που έκαιγε το Ιερό Πυρ της Θεάς, όπως και στο Ιερό αυτής στην Ερμιόνη. Η Ιερά Εστία θεωρείτο ως φυσικό άγαλμα της Θεάς. Οι αρχαίοι αναφέρουν πως υπήρχε άγαλμα της Εστίας στο Πρυτανείο των Αθηνών, επίσης στην Ολυμπία το οποίο αποδίδεται στον Γλαύκο τον Αργείο. Άγαλμα αξιόλογης τεχνοτροπίας υπήρχε στην Πάρο αφιερωμένο από τον Τιβέριο, στον ναό της Ομονοίας καθώς και στην Ρώμη φιλοτεχνημένο από τον Σκόπα. Η Θεά ήταν καθιστή, όπως αρμόζει στον αξιοπρεπή και σταθερό χαρακτήρα της και γύρω από το άγαλμα υπήρχαν δύο λυχνοστάτες που υποβαστούσαν τις λαμπάδες, οι οποίες υποδήλωναν την πύρινη φύση της. 
 Η Εστία καθισμένη σε θρόνο ή όρθια είναι πάντοτε σε κατάσταση πλήρους ακινησίας, η οποία ανταποκρίνεται στην ιδέα που είχαν για την θεότητα αυτή. Το καλύτερο από τα αγάλματα της Θεάς που έχει διασωθεί μέχρι της μέρες μας είναι η Vesta του μεγάρου Ιουστινιάνη, το οποίο πιθανόν να είναι ελληνικής καταγωγής. Η απλή περιβολή που την καλύπτει ολόκληρη, η ακαμψία του υφάσματος του χιτώνα της, το πέπλο που έπεφτε στους ώμους, η επιμελημένη κόμη της και η αυστηρή όψη, πάντα συντελούν στην απεικόνιση θρησκευτικής σοβαρότητας. Ο αριστερός βραχίονας δείχνοντας προς τον ουρανό, από όπου ήρθε το Ιερό Πυρ τής Εστίας, δίνει μόνο φαινομενική κίνηση στην ήρεμη αυτή παράσταση.

  Ιερό της χρώμα είναι το λευκό και σύμβολα της η οικιακή φωτιά, ο πέπλος και ο φλεγόμενος κύκλος που συμβολίζει τη συνείδηση του Εαυτού, την αιωνιότητα, την πληρότητα και την ενοποίηση του πολλαπλού, που οι Γνωστικοί αργότερα, απεικόνισαν ως «ουροβόρο όφι».
Έλενα Πετρή
http://www.hellenicpantheon.gr/hestia.htm