Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ




Η Φύση που βλέπουμε με τα υλικά μας μάτια είναι η θηλυκή εκδήλωση του Θεού επάνω στη Γη. Η δημιουργία και η ανάπτυξή της οφείλεται στο νερό και στον ήλιο. Ο δε ήλιος διαμέσου της φωτοσύνθεσης επιδρά στα κύτταρά της και της δίνει πνοή, το δε νερό συντηρεί αυτή την πνοή, όπως ο άνθρωπος συντηρείται στην ζωή από την τροφή και το νερό.


Η φύση δονείται στην πρώτη και δεύτερη διάσταση που εμφανίζονται επάνω στην επιφάνεια της γης αλλά και στο υπέδαφός της. Οι δύο αυτές διαστάσεις συμπεριλαμβάνουν το ορυκτο, το φυτικό και το ζωϊκό βασίλειο.



Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η Φύση, λόγω του ότι συμπεριλαμβάνει και άψυχα φαινόμενα, όπως οι πέτρες, δεν διαθέτει ψυχή ή τέλος πάντων όλα όσα ανήκουν στο φυσικό της βασίλειο δεν έχουν ψυχή. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Η Φύση διαθέτει Πνεύμα, διαθέτει Πνοή, διαθέτει Αύρα και κατ’ επέκταση όλα όσο την συμπεριλαμβάνουν διαθέτουν ψυχή. Ακόμα και εκείνα που χαρακτηρίζουμε άψυχα, με μία «μαγική ιδιότητα» λαμβάνουν την δόνηση της ψυχής, την δόνηση της πνοής, την δόνηση της αύρας από την αύρα της φύσης.



Στην πρώτη και στην δεύτερη διάσταση παρόλο που προηγούνται της τρίτης διάστασης, και που στον ανθρώπινο νου θεωρούνται κατώτερες διαστάσεις εκείνης της ανθρώπινης, υπάρχει ενοποιημένη μία αρμονία μέσα σε κάθε τι που την αποτελεί που σίγουρα στον άνθρωπο της τρίτης διάστασης δεν υφίσταται.


Όλα λειτουργούν κάτω από έναν άγραφο νόμο, που έχει δικούς του κανόνες, δική του δομή, δική του σύνθεση, δική του δόνηση. Στην πρώτη και δεύτερη διάσταση που διέπουν την φύση δεν υπάρχει το Εγώ με την δόνηση που διακατέχει τον άνθρωπο.


Στην πρώτη διάσταση που βρίσκονται οι πέτρες και τα ορυκτά τα πάντα λειτουργούν μέσα από τον νόμο της σιωπής. Μίας σιωπής που δεν είναι κατανοητή στον άνθρωπο.


Μία πέτρα μπορεί με την πάροδο του χρόνου να μεταμορφωθεί σε ένα ορυκτό. Και ένα ορυκτό αργότερα να γίνει ένας κρύσταλλος. Είναι γνωστές οι θεραπευτικές ιδιότητες των κρυστάλλων και αρκετοί από αυτούς, οι πιο εξελιγμένοι, με την διάφανη μορφή μπορούν να μας βοηθήσουν να συνδεθούμε με το κοσμικό σύμπαν.



Και η πρώτη και η δεύτερη διάσταση της Φύσης διαθέτουν, όπως όλες οι κοσμικές διαστάσεις, επτά επίπεδα. Κάθε επίπεδο διακατέχεται από 12 εσωτερικές διαστάσεις εξέλιξης. Έτσι λοιπόν μία πέτρα που εξελίχθηκε σε ορυκτό και αργότερα σε κρύσταλλο, σίγουρα έχει διαβεί όλα αυτά τα επίπεδα και όλες αυτές τις εσωτερικές διαστάσεις εξέλιξης.


Η ύλη όμως έχει μνήμη. Και εφόσον όλα αυτά που εμείς θεωρούμε άψυχα, όπως η πέτρα, έχει μνήμη. Αυτή η μνήμη ακολουθεί κάποιον φυσικό νόμο δόνησης. Μπορεί να μην διαθέτει ψυχή και πνεύμα όπως εμείς το γνωρίζουμε, αλλά διαθέτει ένα άλλο είδος ενέργειας στο οποίο θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά ονόματα. Θέλετε να το πούμε μνήμη? περίπνευμα? ψυχή της Φύσης? Όπως και να το ονομάσουμε όμως λειτουργεί ενοποιημένο.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμα και μία πέτρα, εάν κάποιος γνωρίζει να επικοινωνήσει μαζί της, μπορεί να μας δώσει πολύτιμες πληροφορίες για πολιτισμούς που χάθηκαν μέσα στα βάθη των αιώνων. Πόσοι αρχαίοι ναοί βρέθηκαν και μέσα από την πετρώδη υφή τους οι αρχαιολόγοι έβγαλαν τα συμπεράσματά τους?

Όσο αφορά δε τους κρυστάλλους οι οποίοι είναι και η πιο εξελιγμένη μορφή ορυκτών, θα μπορούσαν να μας δώσουν πληροφορίες ακόμα και για τον πολιτισμό της Ατλαντίδας.

Την επόμενη λοιπόν φορά που θα βρεθούμε στην φύση ας προσπαθήσουμε να αφουγκραστούμε την φωνή μίας πέτρας. Ίσως έχει κάτι να μας μεταφέρει.



Στην δεύτερη διάσταση της φύσης ανήκουν τα φυτά και τα ζώα. Εδώ τα λόγια περιτεύουν. Όσο αφορά τα φυτά που κάθε μέρα δεν ξεχνούν να χαιρετίζουν τον παντεπόπτη θεό Ήλιο, είτε αυτός φαίνεται στον ουρανό είτε όχι, όμως συνεχίζει να υπάρχει, δεν έχουμε να πούμε πολλά. Μόνο αν αναλογιστούμε την ευεργετική και θεραπευτική τους ενέργεια που δίνουν στον άνθρωπο και που έρχεται από τα βάθη των αιώνων, αρκεί να αναρωτηθούμε πως θα ήταν η ανθρώπινη ζωή επάνω στην γη χωρίς την συμβολή των φυτών και γενικά του φυτικού βασιλείου.


Πέραν της μαγείας και της ομορφιάς , πέραν του περιβάλλοντος που μπορεί να χαρίσει ένα φυτό ή ένα δέντρο, όλο το φυτικό βασίλειο συμβάλλει στην δική μας εξέλιξη. Μία βόλτα ανάμεσα στο βασίλειο αυτό πάντα μας προσδίδει μία ηρεμία. Έχουμε αναρωτηθεί όμως ποτέ το γιατί? Διότι ο νόμος που διέπει αυτό το βασίλειο είναι ο νόμος της Αρμονίας.



Ένας άγραφος και αθέατος νόμος στα μάτια των ανθρώπων που αν μπορούσαμε να δούμε τις λεπτές συντεταγμένες του θα διαπιστώναμε ότι λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε όλα διέπονται από μία αθέατη αρμονία. Εμείς όμως, βουτηγμένοι την ύλη και έχοντας χάσει την μεγαλύτερή μας επαφή με αυτό το βασίλειο όλη αυτή την αιθέρια αρμονία δεν την βλέπουμε παρά μόνο την βιώνουμε.


Και ερχόμαστε στους άλλους «κατοίκους» της δεύτερης διάστασης. Στα ζώα. Εδώ πλέον παρουσιάζεται ο νόμος τους ενστίκτου. Καθώς ένας ζώο αναπτύσσει ένα είδος διαφορετικού εγκεφάλου εμφανίζεται η δόνηση του ενστίκτου. Χωρίς το ζώο να καταλαβαίνει πως και γιατί καθοδηγείται από την δόνηση αυτή και αρχίζει να αντιλαμβάνεται καθώς μετακινείται επάνω στην Γη.



Ενώ στο ορυκτό και στο φυτικό βασίλειο έχουμε μία ακινησία, ως επι το πλείστον, στο ζωικό βασίλειο παρουσιάζεται η συνεχής κίνηση. Το ζώο περιπλανόμενο επάνω στην επιφάνεια της Γης αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να εξερευνεί. Αρχίζει να επιβιώνει. Μέσα από αυτήν την επιβίωση ξεπηδά το ένστικτο της αυτοσυντήρισης αλλά και της προστασίας. Και έτσι δημιουργείται ένας άλλος άγραφος φυσικός νόμος. Ο νόμος του ζωικού βασιλείου. Εδώ εμφανίζεται και το φαινόμενο του ήχου. Ενώ στο ορυκτό και το φυτικό βασίλειο υπάρχει το φαινόμενο της σιωπής και της εν μέρει ακινησίας, στο ζωικό βασίλειο εκτός από το φαινόμενο της κίνησης έχουμε και το φαινόμενο του ήχου. Τα ζώα επικοινωνούν μεταξύ τους με ήχους, ακαταλαβίστικες κραυγές για τον άνθρωπο, ικανές όμως για να καταλάβει ένα ζώο το άλλο.

Στα ανώτερα πεδία της δεύτερης διάστασης στο 6ο και 7ο πεδίο έχουμε ένα είδος ζώου το οποίο ξεφεύγει της τετραπλής επαφής με την επιφάνεια της γης και αρχίζει να εφαρμόζει την διπλή επαφή. Τα περισσότερα ζώα διαθέτουν τέσσερα πόδια και περπατούν επάνω στην επιφάνεια. Υπάρχουν όμως και άλλα ζώα που έχοντας λίγο πιο εξελιγμένο εγκέφαλο, αρχίζουν να αποκτούν δύο πόδια. Ενώ τα άλλα δύο, καθώς η εξέλιξη προχωρά πάντα, υφίστανται αλλοιώσεις και μεταμορφώνονται σε αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε χέρια.


Αυτό λοιπόν το ζώο ονομάζεται δίποδο και είναι ακριβώς ο πρωτόγονος άνθρωπος. Είναι ακριβώς η εξέλιξη του μονοκύτταρου οργανισμού που παρουσιάστηκε πρωταρχικά στην θάλασσα, εξελίχθηκε και τελικά μέσα στην δεύτερη διάσταση παρουσιάστηκε κάποια στιγμή ως δίποδο.



Και επειδή πάντα η εξέλιξη καραδοκεί, έστω και αν στις μέρες μας υπάρχουν αρκετά μυαλά που επιμένουν να είναι αλυσσοδεμένα στο παρελθόν, το δίποδο εξελίσσεται σε αυτό που εμείς ονομάζουμε άνθρωπο και πλέον ακολουθώντας τον νόμο της εξέλιξης εισέρχεται στην τρίτη διάσταση αποβάλλοντας αρκετά στοιχεία που τον ήθελαν να ζει σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της φύσης. Στην τρίτη διάσταση πια γράφει τους δικούς του νόμους ξεχνώντας τους νόμους της φύσης που τον έφεραν σε αυτή την εξέλιξη. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αποκτά άλλο «πρόσωπο» καθώς ο ίδιος ο άνθρωπος το μεταλλάσσει και πολλές φορές το χρησιμοποιεί εναντίον άλλων ανθρώπων, όχι για να επιβιώσει αλλά για να επιβληθεί. Αυτή είναι μία λάθος ερμηνεία της προηγούμενης ανάμνησης του ενστίκτου που βίωσε στην δεύτερη διάσταση.

Εδώ πλέον εμφανίζεται ο νόμος της διπολικότητας. Το Ένα που διέπει την πρώτη και δεύτερη διάσταση διασπάται και κατά συνέπεια ότι διασπάται χάνει και την πρωταρχική του δύναμη. Το καλό πλέον ξεχωρίζει από το κακό, το άσπρο από το μαύρο, το αρνητικό από το θετικό. Αυτά που βρίσκονται ενοποιημένα στην πρώτη και δεύτερη διάσταση πλέον διασπώνται και είναι αποτέλεσμα του εφευρετικού γήινου υλικού νόμου. Αυτός ο νόμος είναι «κομμένος και ραμμένος» σύμφωνα με τον άνθρωπο της ύλης μόνο και μόνο για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Εγώ. Ενός «Εγώ» που βρίσκεται διασπασμένο σε θετικό και αρνητικό.


Εφόσον λοιπόν στην τρίτη διάσταση παρατηρείται το φαινόμενο της διάσπασης κατά συνέπεια ο φυσικό γήινος νόμος της Αρμονίας που εξέλιξε το δίποδο σε άνθρωπο, διασπάται.


Και όσο ο άνθρωπος εδραιώνει με εγωιστικό τρόπο την παρουσία του στην τρίτη διάσταση, τόσο η τέταρτη διάσταση απομακρύνεται από την επιφάνεια της γης. Διότι εάν δεν υπήρχε αυτή η διάσπαση, ο άνθρωπος θα ακολουθούσε την φυσική του εξέλιξη και θα μεταμορφωνόταν σε ένα ανώτερο πλάσμα ακολουθώντας πλέον τους Κοσμικούς Νόμους.



Υπάρχει μία περίεργη επικοινωνία ανάμεσα στην πρώτη, στην δεύτερη και στην τέταρτη διάσταση. Είναι πολλές φορές που τα ζώα «βλέπουν» αυτό που δεν μπορεί να δει το γήινο μάτι και αντιλαμβάνονται αιθερικές μορφές που υπάρχουν στην 4η διάσταση. Αυτό το έχουμε διαπιστώσει καθώς μας προειδοποιούν για φαινόμενα ακόμα και αόρατες οντότητες.


Άρα διαπιστώνουμε ότι κατά κάποιον τρόπο η τρίτη διάσταση παρεμβάλλεται ανάμεσα στην πρώτη, στην δεύτερη και στην τέταρτη διάσταση. Σαφώς και έπρεπε να υπάρχει καθώς ο Κοσμικός Νόμος την παρουσιάζει αλλά προφανώς θα έπρεπε να υπάρχει σε μία άλλη μορφή.

Μία μορφή που θα διέπεται από την Αρμονία αδιάσπαστη. Μία συνέχιση της φυσικής εξέλιξης.

Όμως αυτό δεν συμβαίνει σήμερα. Όπως παρουσιάζεται η τρίτη διάσταση στα δικά μας ανθρώπινα μάτια, είναι μία διάσταση μέσα στην οποία καταστέλλεται η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου. Κανείς δεν ζει αρμονικά με τον άλλο παρά μόνο πιστεύει ότι ζει αρμονικά με τον εαυτό του. Αυτό όμως είναι μία ψευδαίσθηση διότι τίποτα στην φυσικό βασίλειο δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του. Λειτουργεί ως διαφορετική μονάδα αλλά έχει ίσα δικαιώματα με όλες τις άλλες μονάδες γύρω του. Κανείς δεν έχει περισσότερα ή λιγότερα δικαιώματα στο φυσικό βασίλειο. Υπάρχει μία περίεργη Αρμονία ανάμεσα στην διαφορετικότητα και την μοναδικότητα του φυσικού βασιλείου. Ίσως δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε πλήρως αλλά υπάρχει.


Τελικά μήπως πρέπει να γυρίσουμε στην Φύση, να αφουγκραστούμε τον Νόμο της Αρμονίας της και να τον μεταφέρουμε στην δική μας τρίτη διάσταση. Μήπως αυτό τελικά είναι ένα από τα εισιτήρια της εξέλιξής μας?



Σίγουρα η Φύση έχει να μας διδάξει πολλά…!

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η γείωση είναι το εισητήριό μας για την είσοδό μας στις ανώτερες διαστάσεις. Εάν δεν αγαπήσουμε αυτόν τον πλανήτη, εάν δεν γειωθούμε με την Μητέρα Γαία – Δήμητρα – Περσεφόνη, δεν μπορούμε να ανέβουμε σε ανώτερες διαστάσεις. Εάν θελήσουμε να «φύγουμε» αγείωτοι αυτή ακριβώς η δυναμική δεν αναγνωρίζεται από τους Κοσμικούς Νόμους που διέπουν το σύμπαν και έτσι θα ξανάρθουμε πίσω στην γη, σε μία άλλη ενσάρκωση, ξανά και ξανά μέχρι να μάθουμε το μάθημα της γείωσης.

http://www.aoratos-naos.com/t2012p9-topic

ΥΣΕΕ: ΥΜΝΟΣ ΘΕΑΣ ΓΑΙΑΣ -video

http://www.youtube.com/watch?v=xNG92GgPI04

Η χερσόνησος του Άθω στην αρχαία Ελλάδα και η λατρεία της θεάς Άρτεμης


Αναπαράσταση του αγάλματος του "Αθώου Δία" στην κορυφή του όρους Άθω



Η Ελληνική µυθολογία αναφέρεται συχνά στη Χαλκιδική:
 Το αρχαίο όνοµα της Κασσάνδρας ήταν Φέγρα, δηλαδή τόπος της φωτιάς. Πιστεύεται ότι ήταν η γη των Γιγάντων και το πεδίο µάχης του πολέµου µεταξύ των Θεών του Ολύµπου και των Γιγάντων, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να εκδιώξουν τους Θεούς από τον Όλυµπο. Σύµφωνα µε ένα µύθο, ο Εγκέλαδος, ένας από τους Γίγαντες, καταπλακώθηκε από βράχο που πέταξαν εναντίον του οι Θεοί του Ολύµπου. Έτσι, ο “Εγκέλαδος-Σεισµός” γίγαντας, είναι θαµµένος στην Κασσάνδρα, αλλά µη έχοντας πεθάνει, από καιρό σε καιρό προσπαθεί να ελευθερωθεί από το βράχο που τον έχει καταπλακώσει και οι προσπάθειές του αποτελούν το φαινόµενο του σεισµού.

Στο άλλο άκρο της Χαλκιδικής η χερσόνησος του Aθω πάλι σχηµατίστηκε και πήρε το όνοµα της από το βράχο που έριξε εναντίον των θεών ο Γίγαντας Άθως. Η Σιθωνία οφείλει το όνοµά της στο Σίθωνα, το γιο του Ποσειδώνα.

Η Θεά Άρτεμις, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου, τέλη 4ου αρχές 3ου αι. π.Χ.


Τα απολιθωµένα λείψανα ελεφαντοειδών και άλλων εξαφανισµένων ειδών που βρέθηκαν στη Νικήτη και έχουν εντοπιστεί στα Βραστά, στην Τρίγλια κ.α. αποτελούν µάρτυρες µιας άλλης εποχής, που µάλλον δεν είδε ποτέ ανθρώπινο γένος. Επίσης τα ευρήµατα στο Σπήλαιο των Πετραλώνων απέδειξαν ότι η παρουσία του ανθρώπου εδώ ξεπερνά τις 700.000 χρόνια, ενώ το κρανίο του αρχανθρώπου υπολογίζεται πως έχει ηλικία 200.000 ετών περίπου. Εγκαταστάσεις οργανωµένης κοινωνίας έχουµε στη Χαλκιδική από το 4.000 π.Χ. και οι παλαιότεροι κάτοικοί της ήταν Θράκες και Πελασγοί.

Τον 8ο αι. π.Χ. πλήθος κατοίκων καταφθάνει στην περιοχή, προερχόµενο κυρίως από την Χαλκίδα (εξ ού και η ονομασία “Χαλκιδική”) και την Ερέτρια. Στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. οι 32 σπουδαιότερες πόλεις ιδρύουν υπό την ηγεσία της Ολύνθου, το “κοινόν των Χαλκιδέων”, το οποίο θα διαλυθεί το 379 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες. Το 348 π.Χ. ο Φίλιππος ενσωµατώνει την περιοχή στο Μακεδονικό Βασίλειο. Στα Ελληνιστικά χρόνια ιδρύονται τρεις µεγάλες πόλεις: Κασσανδρεία (315), Ουρανούπολις (315) και Αντιγόνεια (στη µέση της Καλαµαριάς το 280 π.Χ.). Το 168 π.Χ. περνά στα χέρια των Ρωµαίων και παρακµάζει καθώς οι πόλεις της περιήλθαν υπό τον έλεγχο Ρωµαίων εµπόρων κυρίως.

Ναός της Άρτεμης στην Έφεσο

Οι αρχαίοι Έλληνες αποίκησαν την χερσόνησο του Αγίου Όρους πολύ πριν εγκατασταθούν εκεί οι καλόγεροι, η οποία κατά τους αρχαίους χρόνους ονομάζονταν Ακτή. Ξέρουμε πως υπήρχαν  οκτώ πόλεις στην Ακτή: το Δίον, η Ολόφυξος,ο Άθως οι Ακροθώοι (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Μονή Μεγίστης Λαύρας), οι Κλεωνές,η Απολλωνία,η Ουρανούπολη, το Παλαιώριο και η Θυσσός. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση των οικισμών αυτών. Εικάζεται πως οι πρώτες τρεις βρισκόντουσαν στην ανατολική πλευρά και οι άλλες δύο στην δυτική.

Ο Ηρόδοτος χαρακτηρίζει τη θάλασσα του Aθω «θηριωδεστάτη», μιας και το 492π.Χ. εκεί καταποντίστηκε ολόκληρος ο περσικός στόλος που είχε βάλει πλώρη για την Αθήνα υπό τον στρατηγό Μαρδόνιο. Χάθηκαν είκοσι χιλιάδες άνδρες και τριακόσια πλοία. Την εποχή των περσικών πολέμων η χερσόνησος αριθμούσε περί τις δέκα χιλιάδες κατοίκους. Πρέπει να έκαναν πολύ υγιεινή ζωή, μιας και σύμφωνα με τον Λουκιανό, ζούσαν εκατόν τριάντα χρόνια! Πολλοί από αυτούς ήταν Πελασγοί και Ετρούσκοι.


Αν και ήξεραν ελληνικά, μιλούσαν κι άλλες γλώσσες, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη. Οι πλυθησμοί που ζούσαν στην Ακτή τιμούσαν τους ίδιους θεούς με την λοιπή Ελλάδα. Στο υψηλότερο σημείο του Aθω ορθώνονταν ένα άγαλμα που ονομαζόταν ο “Αθώος Δίας” (εξ ου και η ονομασία Άθως), του οποίου η σκιά όταν έγερνε ο ήλιος λέγεται ότι άγγιζε τη Λήμνο. Οι πρώτοι κάτοικοι του Aθω λάτρευαν επίσης τη Δήμητρα, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό.

Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι χάνουν τον έλεγχο της Χαλκιδικής, η οποία εντάσσεται στο βασίλειο της Μακεδονίας. Αργότερα, κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής, επιδεινώνεται συνεχώς η παρακμή της Χαλκιδικής: πέραν του ζυγού των Ρωμαίων δέχεται μαζικές εισβολές Σλάβων και Βουλγάρων. Οι επιπλέον ταλαιπωρίες από τους πειρατές εξηγούν γιατί εγκαταλείπεται σταδιακά ο πληθυσμός της χερσονήσου. Έτσι, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. δεν κατοικεί πλέον κανείς στις πόλεις της Ακτής. Υπάρχουν μόνον αγάλματα…

Αντιθέτως κατά τα αρχαία χρόνια υπήρχε αυστηρό Άβατον για τους άντρες. Εκεί υπήρχαν ιερά της θεάς Αρτέμιδος, στα οποία βρίσκονταν οι ιέρειες της, νέες αγνές κοπέλες, και θεραπαίνιδες της θεάς.



Στη Μονή Μεγίστης Λαύρας υπάρχει μία μαρμάρινη αναθηματική ανάγλυφη πλάκα,στην οποία απεικονίζεται ένα τεράστιο αυτί εντός πλαισίου, πάνω από το οποίο υπάρχει εγχάρακτη η επιγραφή: ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΑΓΡΟΤΕΡΑ / ΝΕΒΡΙΣ ΕΠΙΤΑΓΗΝ / ΑΝΕΘΗΚΕΝ. Από τους χαρακτήρες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πλάκα ανήκει στην κλασική ελληνική περίοδο και χρονολογείται στον Ε΄ – Δ΄ π.Χ. αιώνα. Η τοποθέτηση της αναθηματικής πλάκας στο συγκεκριμένο σημείο είναι αφιέρωμα κάποιας Νεβρίδος στην θεά Αρτέμιδα και αποτελεί απόδειξη πως υπήρχαν ελληνικοί ναοί οι οποίοι κατεστράφησαν από τους χριστιανούς μοναχούς.

Κατά την ομηρική εποχή, η θεά «ρυθμίζει την αγνότητα του πρωτόγονου βίου, όπου η μητρότητα συνδυάζεται με τη γονιμότητα αλλά όχι και με τον έρωτα».

Παραπέμπει στον Γάλλο φιλόσοφο και ιστορικό Πιέρ Γκριμάλ, ο οποίος παρατηρεί «μια ιδιοτυπία στη λατρεία της Αρτέμιδος: στην παρθένο θεά απευθύνονταν για να ζητήσουν βοήθεια κατά τον τοκετό», αφού μπορούσε να φανεί και κακότροπη, οπότε «οπλισμένη με τόξο, έριχνε ένα βέλος στην ετοιμόγεννη, δίνοντάς της αιφνίδιο θάνατο».

Αυτό συνδέει την Αρτέμιδα με την πρωιμότερη Ειλείθυια, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανία, «λατρεύτηκε στη Δήλο ως εύλινος (αυτή που κλώθει καλά) και ταυτιζόταν φανερά με τη μοίρα. Η Ειλείθυια», προσθέτει ο Γκριμάλ, «είναι η θεά του τοκετού, δηλαδή της στιγμής κατά την οποία αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της ζωής.

“Μήπως, λοιπόν, η Aρτεμις, η θεά του αιφνίδιου θανάτου, ήταν εκείνη που στην προομηρική ποίηση σπάει αυτό το νήμα;” Aλλωστε σ’ αυτήν μόνο αποδίδει ο Oμηρος το επίθετο «χρυσήλακτος», αυτή που κρατάει τη χρυσή ηλακάτη, τη χρυσή ρόκα.


Η θεά Άρτεμη



H Άρτεμη είναι μια από τις παλαιότερες, πιο περίπλοκες αλλά και πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ελληνικού πανθέου. Κόρη του Δία και της Λητώς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα, βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού, προστάτιδα των μικρών παιδιών και ζώων.

Η γέννηση της ιδιόρρυθμης θεάς τοποθετείται στο νησί Ορτυγία. Σ’ αυτό το άγονο πετρονήσι και μετά από φοβερές ταλαιπωρίες και περιπλανήσεις είχε καταφύγει η έγκυος Λητώ προκειμένου να κρυφτεί και να προφυλαχτεί από την καταδιωκτική μανία της νόμιμης συζύγου του Δία, της Ήρας. Εκεί και με τη βοήθεια όλων των γυναικείων θεοτήτων (εκτός της Ήρας) ήρθε στο φως η Άρτεμη και λίγο αργότερα ο αδερφός της ο Απόλλωνας.

Από τις πρώτες κιόλας ώρες της γέννησής της η Άρτεμη παίρνει πρωτοβουλίες. Αν και νεογέννητο βρέφος, βοηθά την εξουθενωμένη μητέρα της να ξεγεννήσει και το δεύτερο της παιδί και ταυτίζεται με τον τρόπο αυτόν με την Ειλείθυια, τη θεά του τοκετού. Πανέμορφη και πανέξυπνη η Άρτεμη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει την εκτίμηση των άλλων θεών. Ήδη από τα τρία της χρόνια είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις, που αφορούσαν την ενδυμασία της, τον εξοπλισμό της και την ακολουθία της στην πιο αγαπημένη της ενασχόληση, το κυνήγι. Ήταν παιδί που ήξερε τι ήθελε και πραγματικά σταθερό και άκαμπτο στις αποφάσεις του.

Ο Δίας τη θαύμαζε για την επιμονή της και, λόγω της ευστροφίας της, της έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη και ικανοποιούσε όλες της τις επιθυμίες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε η Άρτεμη σαν δώρο από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία. Πιστή και σταθερή σ’ ό,τι ζητούσε και τη δέσμευε, η παρθενική θεά δε σπίλωσε ποτέ ούτε το ήθος της, ούτε και το χαρακτήρα της. Σοβαρή και περήφανη, διατήρησε την αγνότητά της περιφρονώντας ερωτικές πολιορκίες κι επιθέσεις. Αφοσιωμένη στο κυνήγι και τη φύση, αδιαφόρησε για τις χαρές του γάμου και τις απολαύσεις του έρωτα. Με επιβολή και αυστηρότητα απαίτησε την αθωότητα και την παρθενικότητα όχι μόνο του εαυτού της, αλλά και των Νυμφών που την περιστοίχιζαν κι επίσης αυτών που με τις υπηρεσίες τους την τιμούσαν.



Ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο
Η Άρτεμη ήταν μια θεά αμείλικτη που ποτέ σχεδόν δε συγχωρούσε. Οποιαδήποτε παρατυπία σε βάρος της, οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα πιστεύω της και τις αρχές της άξιζε την τιμωρία της. Η αδυσώπητη οργή της ήταν έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή απέναντι στον παραβάτη των αυστηρών της κανόνων. Τα θανατηφόρα της βέλη στόχευαν διαρκώς θνητούς, θεούς και ήρωες που παρέβλεπαν την ύπαρξή της ή αμελούσαν τις αρχές και τη λατρεία της.




Διακρίνετε κάποιες ομοιότητες με την αγία των χριστιανών Παναγία;





http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_25/03/2006_178337

http://mythologia.8m.com/artemis.html

http://www.nemesi.gr/?cat=5&paged=3
http://oeaf.blogspot.gr/

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΓΑΙΑ






Η Γαία έσμιξε ερωτικά με τον πρωτότοκο γιο της τον Ουρανό που τον είχε γεννήσει χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο. Στ' αλήθεια, ο Ουρανός ήταν ο μόνος στα μέτρα της, αφού την περικύκλωνε ολόκληρη και ήταν προορισμένος να γίνει η κατοικία των θεών. Έτσι λοιπόν οι δυο τους αποτέλεσαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Και κάθε φορά που η Νύχτα διαδεχόταν την Ημέρα, ο Ουρανός έσμιγε με την ίδια του τη μάνα.


 Έτσι, σε λίγο ξεχύθηκε από τα βαθιά έγκατα της Γης ο Τιτάνας Ωκεανός. Αυτή καμάρωνε το νέο της γιο καθώς τον έβλεπε να τρέχει πάνω κάτω και να διασχίζει κάμπους και βουνά. Ήταν περήφανη για το υγρό και διάφανο παιδί της. Ο Ουρανός δεν έβλεπε με καλό μάτι τον πρώτο του γιο, γιατί γνώριζε ότι κάποτε θα έχανε την εξουσία από κάποιο παιδί του.
 Βλέποντας όμως τη Γη να είναι τόσο χαρούμενη, έκρυβε τη δυσαρέσκειά του. Σε λίγο άρχισαν πάλι τα κοιλοπονητά της Γαίας. Αυτή τη φορά βγήκαν από τα σπλάχνα της οι τεράστιοι Τιτάνες, Κοίος και Κρείος. Χαρούμενη η Γη έτρεξε να δείξει τα νεογέννητα παιδιά τους στον Ουρανό. Αυτός όμως μόλις αντίκρισε τους τεράστιους δίδυμους Τιτάνες τα χρειάστηκε για τα καλά.  

                   

 Ο φόβος ότι μπορούσαν να του αρπάξουν την εξουσία του Κόσμου από τα χέρια, νίκησε το σεβασμό του για τη Γαία. Έτσι, άρπαξε τα νεογέννητα παιδιά του και μαζί και τον Ωκεανό, που είχε κατακλύσει ολόκληρη τη γη, τα πέταξε μέσα στα
 Τάρταρα. Τα Τάρταρα ήταν μέρος ζοφερό και άραχνο, παγερό και θεοσκότεινο και βρισκόταν στα Έγκατα της Γης. Εκεί ο Ουρανός έδεσε τα παιδιά του με βαριές και αόρατες αλυσίδες. Μάταια η Γαία έκλαιγε και τον θερμοπαρακαλούσε να βγάλει τους γιους της από τις αιώνιες φυλακές. Ο Ουρανός ήταν ανένδοτος και νευριασμένος είπε στη Γη: - Δε φτάνει που γεννάς το ένα παιδί πίσω από το άλλο, μα τα κάνεις και όλα αρσενικά. Κάνε μου επιτέλους μια κόρη να τη βλέπω και να την καμαρώνω, να μου λέει δυο γλυκά λόγια και να μου κρατάει συντροφιά.



 Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και η Γη του ανήγγειλε ότι πάλι περιμένει παιδί· όμως αυτή τη φορά είχε προαίσθηση ότι είναι κορίτσι. Και πράγματι, σε λίγο καιρό γέννησε την Τιτανίδα. Θεία, ωραία κόρη και λυγερή· την αντίκρισε και ο Ουρανός και γέλασε το χείλι του. Έτσι μαλάκωσε λίγο η συμπεριφορά του, μα δεν ήθελε ν' ακούσει ούτε κουβέντα για τους γιους του που τους κρατούσε φυλακισμένους στα Τάρταρα.Σε λίγο ήρθαν στον κόσμο οι Τιτανίδες Τηθύς και Μνημοσύνη. Οι κόρες του Ουρανού και της Γης μεγάλωναν και οι σκανταλιές και οι φωνές τους γίνονταν όλο και περισσότερες. Έτρεχαν και κρύβονταν μέσα στα σύννεφα και δεν άφηναν τον Ουρανό να ησυχάσει ούτε λεπτό. Αυτός άρχισε να βρίζει πάλι τη Γαία.


 - Είπαμε να κάνεις κορίτσια, όχι όμως και τρία μαζεμένα να με ζαλίζουν όλη μέρα με τις φωνές τους.
 ΄Αρπαξε λοιπόν τις τρεις κόρες του από τα μαλλιά και τις πέταξε και αυτές στα Τάρταρα για να κάνουν συντροφιά στα τρία αδέρφια τους. Κατά βάθος αυτό που φοβόταν ο Ουρανός ήταν μήπως οι κόρες του ζευγάρωναν και έκαναν αρσενικά παιδιά που θα διεκδικούσαν την εξουσία.


 Η Γη βέβαια άρχισε να διαμαρτύρεται, να τραβάει τα μαλλιά της και να εκλιπαρεί τον Ουρανό να αφήσει ελεύθερα τα παιδιά της. Ήταν απαρηγόρητη, γιατί είχε γεννήσει έξι παιδιά και δεν μπορούσε να χαρεί κανένα. Είχε πεθυμήσει τους όμορφους και λεβέντες γιους της αλλά και τις κόρες της που της κρατούσαν συντροφιά και της έλεγαν γλυκιές κουβέντες.





 Πριν περάσει πολύς καιρός η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να κινείται μέσα στα σπλάχνα της. Απελπισμένη καθώς ήταν από τον Ουρανό δεν του είπε τίποτα. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και φούσκωνε η κοιλιά της, άρχισε κάτι να υποπτεύεται ο Ουρανός. Περίμενε λοιπόν ξάγρυπνος να δει τι πλάσμα θα έβγαινε αυτή τη φορά. Σε λίγο γεννήθηκαν οι Τιτάνες Ιαπετός και Υπερίωνας. Πριν καλά καλά προλάβουν να δούνε το φως της Ημέρας, ο πατέρας τους τους εκσφενδόνισε στα Τάρταρα. Η Γη αμίλητη αυτή τη φορά δεν έβαλε τα κλάματα, γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτε με φωνές και δάκρυα.


 Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και ο Ουρανός ήταν ευχαριστημένος που η γυναίκα του δε γεννούσε άλλα παιδιά. Ξαφνικά όμως άρχισε η Γη να τραντάζεται ολόκληρη. Ακούγονταν σφυροκοπήματα και βροντές μέσα από τα σπλάχνα της. Ο Ουρανός δεν μπορούσε για πολύ καιρό να κλείσει μάτι, παρόλο που έβαζε τεράστια σύννεφα στ' αφτιά του για να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος. Νευριασμένος είπε στη Γη:
 - Ποιος ξέρει τι θα μου βγάλεις πάλι μέσα από τα σπλάχνα σου· μα έννοια σου, ό,τι και αν είναι θα πάει αμέσως μαζί με τ' αδέρφια του στα Τάρταρα.
 Σε λίγο ξεπετάχτηκαν τρία γιγάντια πλάσματα μ' ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μάτι πάνω στο μέτωπο, κρατώντας σφυριά στα τριχωτά χέρια τους. Ήταν οι τρεις Κύκλωπες, ο Βρόντης, ο Αστερόπης και ο ’ργης, φωνακλάδες, μάλωναν μεταξύ τους και ξεσήκωναν το σύμπαν ολόκληρο με τη φασαρία τους. Μόλις αντίκρισε ο Ουρανός τα νέα του παιδιά, γούρλωσε τα μάτια, άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται τη Γη για τα τέρατα που του γεννούσε. Τους άρπαξε και τους τρεις και τους κλείδωσε μέσα σ' ένα κελί στα σκοτεινά Τάρταρα, βάζοντας διπλές και τριπλές κλειδαριές για να μην ελευθερωθούν. Μετά από λίγο καιρό η Γη έφερε στον κόσμο και τις υπόλοιπες Τιτανίδες, τη σεμνή Θέμιδα, την πανώρια Φοίβη και τη γόνιμη Ρέα ελπίζοντας ότι θα καταλάγιαζε η οργή του Ουρανού και θα τις άφηνε να ζήσουν στο φως της Ημέρας. Του κάκου όμως, ο Ουρανός μόλις τις αντίκρισε, τις άρπαξε και τις έκλεισε όλες μαζί σ' ένα κελί στα Τάρταρα. Οι μικρές Τιτανίδες έκλαιγαν απαρηγόρητες για το κακό που τις βρήκε.


 Τελευταίος από τους Τιτάνες γεννήθηκε ο Κρόνος τον οποίο όμως χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Ουρανός τον έδεσε με αόρατες αλυσίδες και τον πέταξε στα ζοφερά Τάρταρα.


 Αλλά και η τελευταία γέννα της Γης δεν είχε καλύτερη μοίρα. Αυτή τη φορά μάλιστα ο Ουρανός είχε κάποιο δίκιο. Για πολύ καιρό η Γη ένιωθε ένα παράξενο γαργαλητό στα σπλάχνα της, σαν να την άγγιζαν εκατοντάδες χέρια. Και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το πλάσμα που έκρυβε μέσα της. Όμως δεν έλεγε τίποτα στον άντρα της για να μην του βάλει κακές ιδέες πριν ακόμα γεννηθεί το νέο παιδί της. Σε λίγο καιρό όμως ξεπρόβαλαν τρεις γίγαντες τρομεροί που από τους ώμους τους φύτρωναν εκατό ακατανίκητα χέρια και πενήντα κεφάλια. Ακόμη και η Γη τρόμαξε όταν τους είδε. Αυτοί ήταν οι τρεις Εκατόγχειρες, ο Αιγαίωνας, ο Κόττος και ο Γύγης.



 Μόλις ο Ουρανός αντίκρισε τριακόσια χέρια να κινούνται από δω και από κει, εκατόν πενήντα κεφάλια να στριφογυρίζουν και άλλα τόσα στόματα να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν, τον έκοψε κρύος ιδρώτας και άρχισε να βλαστημά τη Γη που γεννοβολούσε τέτοια σιχαμερά όντα. Παρόλη την τρομάρα και το φόβο του, άρπαξε τους Εκατόγχειρες και πριν καταλάβουν τον έξω κόσμο, τους κλείδωσε τον καθένα σε ξεχωριστό κελί στα Τάρταρα, αφού πρώτα έδεσε χωριστά με τις μαγικές αλυσίδες το κάθε ζευγάρι από τα εκατό τους χέρια. Απείλησε μετά τη Γαία ότι στο εξής θα της έκανε μεγάλο κακό αν ξανάφερνε στον κόσμο οποιοδήποτε πλάσμα.


 Η Γη είχε πάρει απόφαση ότι ο Ουρανός δε θα την άφηνε να χαρεί κανένα παιδί της. Ήταν τρομερά εξοργισμένη και ήθελε να εκδικηθεί. Δεν ήταν δα και μικρός ο καημός της· κάθε λίγο και λιγάκι να τυραννιέται από τους πόνους της εγκυμοσύνης και στο τέλος να μην έχει ένα παιδί για να της πει έναν καλό λόγο.


 Μια νύχτα λοιπόν έριξε ένα μαγικό βότανο στο κρασί του Ουρανού και αυτός έπεσε σε βαθύ ύπνο και άρχισε να ροχαλίζει. Η Γη γλίστρησε κρυφά μέσα στα έγκατά της· εκεί βρήκε λιωμένο σίδερο και ατσάλι και έφτιαξε ένα κοφτερό δρεπάνι. Κατόπιν πήγε στα Τάρταρα όπου ήταν φυλακισμένα τα παιδιά της. Αυτά μόλις την αντίκρισαν άρχισαν τα κλάματα και την παρακαλούσαν να τα βγάλει από τα σκοτεινά κελιά τους. Η Γαία τους έδειξε το ατσαλένιο δρεπάνι και τους είπε το σχέδιό της· θα απελευθέρωνε μόνο αυτόν που θα αποφάσιζε να κόψει τα Ουράνια μέλη του πατέρα τους. Οι Τιτάνες έμειναν άφωνοι· παρόλο που ήθελαν να ελευθερωθούν και μισούσαν το σκληρό πατέρα τους, φοβούνταν να κάνουν μια τέτοια πράξη. Η Γαία θυμωμένη από τη δειλία τους τους είπε ότι διαφορετικά δε θα απελευθερώνονταν από τα Τάρταρα. Ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια και έκρυψε το δρεπάνι πίσω από ένα σύννεφο.





 Ο Κρόνος, ο νεότερος απ' όλους τους Τιτάνες, άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό του όσα τους είπε η μητέρα τους. Θύμωνε όλο και περισσότερο με το σκληρόκαρδο πατέρα του και λυπόταν τα αδέρφια του που έκλαιγαν όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα σκοτεινά και παγωμένα κελιά τους. Όταν λοιπόν η Γαία κατέβηκε μετά από λίγο καιρό στα Τάρταρα για να δει αν πήραν κάποια απόφαση τα παιδιά της, αμέσως ο Κρόνος της ανακοίνωσε ότι θα τιμωρούσε με τα χέρια του το θεϊκό πατέρα του. Χαρούμενη η Γαία έδωσε ένα μαγικό βότανο στον Κρόνο και αμέσως έπεσαν οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένος. Μετά, ανέβηκαν οι δυο τους στην επιφάνεια και ο Κρόνος αντίκρισε τον κόσμο που δεν πρόλαβε να δει μόλις γεννήθηκε.


 Η Γη άρπαξε το δρεπάνι που είχε κρύψει από τα σύννεφα, το έδωσε στο γιο της και του είπε να κρυφτεί πίσω από ένα ψηλό βουνό και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκτελέσει το σχέδιο εξόντωσης του πατέρα του.


 Μόλις έφτασε η Νύχτα, ο Ουρανός γεμάτος από ερωτικό πάθος άπλωσε το τεράστιο σώμα του πάνω στο κορμί της Γης. Τότε ο Κρόνος βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και με το ατσάλινο δρεπάνι έκοψε τα ουράνια μέλη. Ο Ουρανός βογκώντας από τους πόνους κατάλαβε την απάτη που έγινε σε βάρος του από το γιο του και τη γυναίκα του. Συνειδητοποίησε ότι έχασε την εξουσία και πληγωμένος, έχοντας χάσει τη θεϊκή του δύναμη, απομακρύνθηκε ψηλά στον ουράνιο θόλο όπου έμεινε για πάντα. Πριν φύγει όμως είπε στον Κρόνο ότι και αυτός θα πάθαινε το ίδιο από κάποιο παιδί του.


 Ο Κρόνος πέταξε τα ουράνια μέλη μέσα στην ταραγμένη θάλασσα. Αυτή τα κράτησε για πολύ καιρό· μετά λευκός αφρός ξεχύθηκε και από τον αφρό γεννήθηκε πανώρια η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Από τις σταγόνες του αίματος που χύθηκαν από τη θεϊκή πληγή γεννήθηκαν αργότερα οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Νύμφες.Αμέσως μετά ο Κρόνος απελευθέρωσε όλα τα αδέρφια του από τα Τάρταρα.

 Οι Κύκλωπες όμως και οι Εκατόγχειρες άρχισαν σε λίγο καιρό να διεκδικούν την εξουσία από τον Κρόνο και να γίνονται επικίνδυνοι και απειλητικοί. Γι' αυτό ο Κρόνος μαζί με τους υπόλοιπους Τιτάνες τους έριξε πάλι στα Τάρταρα και έβαλε ένα φοβερό τέρας, την Κάμπη (Κάμπια), για να τους φυλάει.Έτσι περνάμε στη δεύτερη γενιά των αθανάτων θεών όπου βασιλεύει ο Κρόνος με σύζυγό
του τη Ρέα.







Ελληνική μυθολογία


Από τη Σοφία Καρυπίδου -
πηγή:
www.mfa.gr
"Οι περισσότεροι μύθοι περιέχουν πραγματικά γεγονότα"  -   Πλούταρχος
Η μυθολογία αντιπροσωπεύει την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νόημα στον κόσμο γύρω του και στη ζωή του. Οι μύθοι εμφανίζονται στα βάθη του ιστορικού χρόνου πριν ο ορθολογισμός και η επιστήμη αποκτήσουν την ιδιότητα να εξηγούν τον κόσμο. Είναι με άλλα λόγια δημιούργημα της ανθρώπινης περιέργειας και της ανθρώπινης νόησης πριν η νόηση γίνει μια συνειδητή αναζήτηση και περάσει στη σφαίρα της επιστήμης. Συμβολισμοί, προσωποποιήσεις, ιστορίες, αναπαραστάσεις, και αλληγορίες συνθέτουν ένα πλούσιο συμβολικό σύμπαν, απόδειξη της ανάγκης του ανθρώπου να
κατανοήσει τον κόσμο, τη θέση του μέσα σε αυτόν, τους νόμους της τάξης και τις θεϊκές αυτές δυνάμεις που τον ξεπερνούν.
Οι μυθολογίες δεν είναι ιστορικές μαρτυρίες, ούτε μπορούν να επαληθευτούν στην ολότητά τους με ιστορικο-αρχαιολογικές μεθόδους - κυρίως λόγω του ότι οι μυθοπλάστες ελάχιστα ενδιαφέρονταν να καταγράψουν τα δημιουργήματα της φαντασίας τους. Ωστόσο, όλοι οι μύθοι περιέχουν σπέρματα αλήθειας καθώς πηγή έμπνευσης για τη μυθοπλασία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ίδια την πραγματικότητα των ανθρώπων, της φύσης, των θεών, της ζωής. Μύθος και πραγματικότητα, ιστορία και μυθοπλασία είναι οι δύο άρρηκτα
δεμένες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η ελληνική μυθολογία είναι από τις πλούσιες του κόσμου. Η ελληνική μυθολογία είναι ένα πνευματικό αγαθό με διαχρονική και ακατάλυτη αξία, όπως αποδεικνύεται από την τεράστια επίδραση που είχε στην παγκόσμια και κυρίως στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ζωγραφική γλυπτική και μουσική. Διαβάζοντας τις θαυμάσιες ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας βυθίζεσαι σε έναν κόσμο
ομορφιάς και σοφίας που στην αρχική του σύλληψη θέλησε να εκφράσει το
αρχέγονο μάγεμα αλλά και τον τρόμο μπροστά στο Μέγα Μυστήριο της Φύσης και της Ζωής, που πάντα -παρά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο θα παραμένει άλυτο, άγνωστο και μαγευτικό.
Ουρανός - Γαία: το πρώτο ζευγάρι Θεών
Πολύ πριν από τις κοσμολογικές θεωρίες των φιλοσόφων της Ιωνίας, η μυθολογική ποίηση είχε αναλάβει να ικανοποιήσει με θαυμάσιες εξηγήσεις τη φυσική περιέργεια του ανθρώπου για την γένεση του σύμπαντος και των θεών. Το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της πρώτης κοσμογονίας ανιχνεύεται στο έργο " Θεογονία " του Ησίοδου. Μυθολογική στη μορφή της είναι βαθιά φιλοσοφική στο βάθος της, και τα κομμάτια που τη συνθέτουν είναι η πρώτη προσπάθεια ανακάλυψης των στοιχείων της φύσης και της πρώτης δημιουργίας.
Στην "Θεογονία" του Ησίοδου το Χάος, η Γη και ο Έρως αποτελούν την πρωταρχική τριάδα. Αυτές οι μορφές είναι αυτογέννητες και με τη σειρά τους γεννούν απογόνους, εκτός από τον Έρωτα που δεν γεννά αλλά ενεργεί σαν δύναμη έλξης που ωθεί τις άλλες δυνάμεις στη δημιουργία. Με τον Έρωτα όλα θα γεννηθούνε, διαδοχικά, από το Χάος και τη Γαία, δηλαδή από το διάστημα και τη γήινη ύλη.
Στην αρχή λοιπόν βασίλευε το αιώνιο, το βυθισμένο στο σκοτάδι Χάος. Αυτό
στάθηκε η πηγή ζωής στον κόσμο. Όλα προήλθαν από το χάος, οι θεοί οι
αθάνατοι και ολόκληρος ο κόσμος. Από το Χάος γεννήθηκε και η θεά Γαία. Η παντοδύναμη Γαία γέννησε πρώτα τον απέραντο γαλάζιο Ουρανό, τα Βουνά και το Πέλαγος. Ο Ουρανός αφού σκέπασε τον κόσμο ολάκερο, έσμιξε με την καρποδότρα Γαία και στο εξής η Γαία ενώνεται με τον Ουρανό για να φέρει στην επιφάνεια και τα άλλα στοιχεία. Ο γάμος τους που τραγουδήθηκε αργότερα από την ελληνική ποίηση θα είναι η πηγή της ζωής του κόσμου.
...ουρανός και γη μορφή μια ήταν, και αφού χωρίστηκαν το ένα από το άλλο,
γέννησαν και έφεραν στο φως τα πάντα, τα δένδρα, τα πετούμενα, θεριά που τρέφει η αρμύρα ως και το γένος των θνητών...
Ουρανός και Γαία είναι το πρωταρχικό ζευγάρι, το αθάνατο ζευγάρι που γεννά αρχικά τον Ωκεανό, τον ποταμό των ποταμών και ακολουθούν μυριάδες θεότητες που εκφράζουν τις μεγάλες δυνάμεις της Φύσης και τα κύρια φαινόμενά της. Νηρηίδες, Τιτάνες, Γίγαντες, Γοργόνες, Μέδουσα, Πήγασος, Κύκλωπες, Ωκεανίδες, χιλιάδες χιλιάδων γιοι και θυγατέρες που δίνουν ένα πρόσωπο σε γνωστά και άμεσα φυσικά φαινόμενα και σώματα, όπως οι
θάλασσες και οι στεριές, τα βουνά και τα ποτάμια, ο ήλιος και το φεγγάρι, η
μέρα και η νύχτα.
Όμως σύμφωνα με το μύθο, ο Ουρανός, που τόσο μεγάλο μέρος
είχε στη κοσμογένεση, θέλησε
κάποια στιγμή να σταματήσει αυτή τη διαδικασία. Έτσι, μόλις γεννιόντουσαν τα παιδιά του αυτός τα βύθιζε μέσα στα σπλάχνα της γης. Η μάνα τους, όμως, η Γαία, οργισμένη με την σκληρότητα του συζύγου της, οπλίζει εναντίον του τον πιο επιδέξιο από τους γιους της, τον Κρόνο, που αιφνιδιάζει τον
πατέρα του, τον ακρωτηριάζει και
ρίχνει μακριά τα νεκρά υπολείμματα του ανδρισμού του στη θάλασσα. Γύρω από αυτά τα θεϊκά
απομεινάρια μαζεύεται ένας λευκός αφρός από τον οποίο γεννιέται η Αφροδίτη. Ο Ουρανός και η προσπάθειά του να αναχαιτίσει την εξέλιξη του κόσμου
οδήγησε στην καταστροφή των παιδιών του αλλά και στη δική του καταδίκη στην αιώνια ανικανότητα. Το έργο της γέννησης, που ανεστάλη προσωρινά, συνεχίστηκε κάτω από την εξουσία του Κρόνου, δηλαδή του Χρόνου, που
ρυθμίζει στο εξής την αναγκαία πορεία των πραγμάτων.
Οι Μοίρες: το νήμα της ζωής και το πεπρωμένο
Οι Μοίρες απεικονίζονται ως τρεις γυναίκες που κλώθουν. Το νήμα που κρατούν είναι η ανθρώπινη ζωή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα "λάχει" στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η 'Ατροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων.
Η λέξη "μοίρα" βγαίνει από το ρήμα "μοιράζω", είναι δηλαδή το "μερίδιο" και το "μερτικό", το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου.
Οι Μοίρες ορίζουν τη γένεση, τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων και είναι γι αυτό παντοδύναμες. Παρά τη δύναμη που έχουν οι Μοίρες στη ζωή, την εξέλιξη και το τέλος της ανθρώπινης ζωής, είναι ο Δίας αυτός που τους παραχωρεί τη μεγάλη εξουσία τους. Παραμένει δηλαδή ο Δίας Μοιραγέτης και οι θεοί υπακούν στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή οι ίδιοι την έχουν ορίσει.
Οι Μοίρες ήταν ιδιαίτερες παρουσίες στους γάμους, όπως στον γάμο του Δία και της Ήρας, όπου πήγαιναν και τραγουδούσαν. Όταν μια κοπέλα στην αρχαία
Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης οι Μοίρες είναι πάντα παρούσες στα
σπουδαία γεγονότα, όπως για παράδειγμα στην ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων από τον Ηρακλή. Επειδή η δύναμή τους φανερώνεται ιδιαίτερα κατά τη γέννηση του ανθρώπου, πιστευόταν ότι μπορούν να βοηθούν και στη γέννα. Έτσι, η Λάχεση λεγόταν ότι βοήθησε στη γέννα του Ασκληπιού.
Ο Πίνδαρος πρόσθεσε στις τρεις Μοίρες την Τύχη, που θεωρεί μάλιστα ότι έχει μεγαλύτερο κύρος από τις άλλες αδελφές της. Αλλά την αρχική τριάδα ξανασυναντάμε και αργότερα στον Πλάτωνα που στο έργο του "Πολιτεία" τις ονομάζει κόρες της Ανάγκης και τις παρουσιάζει καθισμένες σε έναν θρόνο η καθεμιά τους με χιτώνες λευκούς και στεφάνια στο κεφάλι τους να συνοδεύουν με τη φωνή τους την αρμονία που βασιλεύει στις ουράνιες σφαίρες.
Η Λάχεση ψάλλει το παρελθόν, η Κλωθώ το παρόν, η Ατροπος το μέλλον. Στον Αισχύλο οι Μοίρες μαζί με τις Ερινύες ήταν ματροκασίγνηται δηλαδή αδελφές από την ίδια μητέρα, τη Νύχτα.
Μέσα από αυτές τις μυθικές αντιλήψεις, διακρίνουμε τη διπλή, αμφίσημη φύση που είχαν οι Μοίρες. Όταν οι Μοίρες είναι κόρες της Νύχτας, θεωρούνται
δυνάμεις κακοποιές και αυθαίρετες. Όταν είναι κόρες του Δία, είναι
καλοπροαίρετες θεότητες και όργανα μιας ανώτερης θεϊκής τάξης. Οι Μοίρες
είναι "ουράνιες και χθόνιες συνάμα".
Ο Ασκληπιός: ο πρώτος γιατρός
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ασκληπιός. Το όνομά του έχει συνδεθεί με την επιστήμη της ιατρικής και
θεωρείται μάλιστα ότι ήταν ο πρώτος γιατρός. Η λατρεία του είχε μια μεγάλη
επίδραση στην ανάπτυξη της ελληνικής ιατρικής.
Γιος ενός θεού και μιας θνητής, του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, ο Ασκληπιός δεν συγκαταλεγόταν στους ισχυρούς θεούς που κατοικούσαν στον Όλυμπο,
αλλά θεωρούνταν απλός ήρωας, που είχε θεϊκή καταγωγή. Μεγάλωσε στο Πήλιο στη σπηλιά του σοφού Κένταυρου Χείρωνα, όπου και έμαθε να γιατρεύει την
κάθε αρρώστια και την κάθε πληγή, είτε με ξόρκια, είτε με μαλακτικά βότανα,
είτε με χειρουργικές επεμβάσεις. Υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στους ανθρώπους, που τον τιμούσαν και τον σέβονταν, ίσως επειδή δεν ήταν απλησίαστος και δεν προκαλούσε φόβο όπως οι υπόλοιποι θεοί. Αντίθετα, η θέση του ήταν πάντα κοντά στους ανθρώπους, για την ανακούφιση των οποίων πρόσφερε τις ιατρικές του γνώσεις. Πλήθος άρρωστοι και λαβωμένοι έρχονταν να τους κάνει καλά.
Ενδεικτικό της μεγάλης δραστηριότητας που ανέπτυξε είναι ότι βρέθηκαν πάρα πολλά ιερά του διασκορπισμένα στον ελλαδικό χώρο, χτισμένα σε μια ορισμένη απόσταση από τις πόλεις σε ψηλά μέρη και υγιεινά κοντά σε γάργαρες πηγές, πράσινο και ιερά άλση. Τους ναούς αυτούς περιποιούνταν οι ιερείς που ήταν οι διερμηνείς του Ασκληπιού, ασκώντας την ιατρική. Το πιο ξακουστό είναι το Ασκληπιείο της Επιδαύρου και ακολουθούν της Αθήνας, της Κω, απ' όπου
κατάγεται και ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης ο Ιπποκράτης, και της
Περγάμου. Όταν οι ασθενείς προσέρχονταν στο ιερό αναζητώντας θεραπεία, δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος, παρά μόνο μετά τον εξαγνισμό τους. Έπλεναν το σώμα τους, τελούσαν θυσία προς το θεό και έκαναν αυστηρή νηστεία. Το
βράδυ γίνονταν δεκτοί στο ιερό όπου και θα περνούσαν τη νύχτα τους. Με την ανάπτυξη της λατρείας του Ασκληπιού, ο θεός περιτρυγυρίστηκε από την ελληνική φαντασία με μια ακολουθία από δαίμονες ή δευτερεύουσες θεότητες που τα ονόματά τους εκφράζουν τις ιδέες της καλοζωίας, της υγείας ή της θεραπείας.
Όμως ο Ασκληπιός θεώρησε ότι πέρα από τους ανθρώπους μπορούσε να
αναστήσει και πεθαμένους, γεγονός το οποίο ο Δίας θεώρησε αλαζονεία - ύβρις με τον αρχαίο όρο - γι αυτό και έριξε νεκρό τον Ασκληπιό με ένα αστροπελέκι. Ο Απόλλωνας, για να εκδικηθεί για το θάνατο του γιου του, σκότωσε τους Κύκλωπες που σφυρηλάτησαν τον κεραυνό κι απομακρύνθηκε για το λόγο αυτό πολύ καιρό από τον Όλυμπο.

ORACLE OF DODONA

http://www.theoi.com/
ZEUS DODONAIOS was the god of the great oracle at Dodona, reputedly the oldest in Greece. It was located in Epeiros, in the north-west of Greece. The oracles were received from the rustling of the branches of the holy oak tree by the bare-footed priests of the god, the Helloi or Selloi. Later three elderly priestesses, named Peleiades ("Doves"), were appointed to be the voice of the oracle.
Also Iliad 16.233, Herodotus 2.55.

THE ORACLE OF ZEUS DODONAEUS

Hesiod, Catalogues of Women Fragment 97 (from Scholiast on Sophocles Trachinae 1167) (trans. Evelyn-White) (Greek epic C8th or 7th B.C.) :
"There is a land Hellopia with much glebe and rich meadows, and rich in flocks and shambling kine. There dwell men who have many sheep and many oxen, and they are in number past telling, tribes of mortal men. And there upon its border is built a city, Dodona; and Zeus loved it and appointed it to be his oracle, reverenced by men . . . And they [the doves] lived in the hollow of an oak (phêgou). From them men of earth carry away all kinds of prophecy,--whosoever fares to that spot and questions the deathless god, and comes bringing gifts with good omens."
Plato, Phaedrus 275b (trans. Fowler) (Greek philosopher C4th B.C.) :
"Sokrates : They used to say, my friend, that the words of the oak in the holy place of Zeus at Dodona were the first prophetic utterances. The people of that time, not being so wise as you young folks, were content in their simplicity to hear an oak or a rock, provided only it spoke the truth."
Strabo, Geography 5. 2. 4 (trans. Jones) (Greek geographer C1st B.C. to C1st A.D.) :
"As for the Pelasgoi, almost all agree, that some ancient tribe of that name spread throughout the whole of Greece . . . The Zeus Dodonaios (of Dodona) is by the poet [Homer] himself named Pelasgikos (the Pelasgian) : `O Lord Zeus, Dodonaios, Pelasgikos.'"
Strabo, Geography 7. 7. 5 :
"The Molossoi [a tribe of Epeiros] grew to still greater power . . . partly because of the fact that the oracle at Dodona was in their country, an oracle both ancient and renowned."
Strabo, Geography 7. 7. 9 ff :
"All Epeiros and the Illyrian country were rugged and full of mountains . . . at the present time desolation prevails in most parts, while the parts that are still inhabited survive only in villages and in ruins. And even the oracle at Dodona, like the rest, is virtually extinct.
This oracle, according to Ephoros, was founded by the Pelasgoi. And the Pelasgoi are called the earliest of all peoples who have held dominion in Greece. And the poet speaks in this way : `O Lord Zeus, Dodonaios, Pelasgios' ; and Hesiod : `He came to Dodona and the oak-tree, seat of the Pelasgoi.'
The Pelasgoi . . . [are] the people who lived in the neighborhood of the temple of Dodona, Homer too makes it perfectly clear from their mode of life, when he calls them 'men with feet unwashen, men who sleep upon the ground,' that they were barbarians; but whether one should call them 'Helloi,' as Pindaros does, or 'Selloi,' as is conjectured to be the true reading in Homeros, is a question to which the text, since it is doubtful, does not permit a positive answer. Philokhoros says that the region round about Dodona, like Euboia, was called Hellopia, and that in fact Hesiodos speaks of it in this way : `There is a land called Hellopia, with many a corn-field and with goodly meadows; on the edge of this land a city called Dodona hath been built.'
It is thought, Apollodoros says, that the land was so called from the marshes around the temple . . . And as for the myths that are told about the oak-tree and the doves, and any other myths of the kind, although they, like those told about Delphoi, are in part more appropriate to poetry, yet they also in part properly belong to the present geographical description.
In ancient times, then, Dodona was under the rule of the Thesprotians; and so was Mount Tomaros, or Tmaros (for it is called both ways), at the base of which the temple is situated. And both the tragic poets and Pindaros have called Dodona 'Thesprotian Dodona.' But later on it came under the rule of the Molossoi. And it is after the Tomaros, people say, that those whom the poet calls interpreters of Zeus--whom he also calls `men with feet unwashen, men who sleep upon the ground'--were called tomouroi; and in the Odyssey some so write the words of Amphinomos, when he counsels the wooers not to attack Telemakhos until they inquire of Zeus : `If the tomouroi of great Zeus approve, I myself shall slay, and I shall bid all the rest to aid, whereas if god averts it, I bid you stop.'
For it is better, they argue, to write tomouroi than themistes; at any rate, nowhere in the poet are the oracles called themistes, but it is the decrees, statutes, and laws that are so called; and the people have been called tomouroi because tomouroi is a contraction of tomarouroi, the equivalent of tomarophylakes. Now although the more recent critics say tomouroi, yet in Homeros one should interpret themistes (and also boulai) in a simpler way, though in a way that is a misuse of the term, as meaning those orders and decrees that are oracular, just as one also interprets themistes as meaning those that are made by law. For example, such is the case in the following : `to give ear to the decree of Zeus from the oak-tree of lofty foliage.'
At the outset, it is true, those who uttered the prophecies were men (this too perhaps the poet indicates, for he calls them hypophetai, and the prophets might be ranked among these), but later on three old women were designated as prophets, after Dione also had been designated as temple-associate of Zeus. Suidas, however, in his desire to gratify the Thessalians with mythical stories, says that the temple was transferred from Thessalia, from the part of Pelasgia which is about Skotoussa (and Skotoussa does belong to the territory called Thessalia Pelasgiotis), and also that most of the women whose descendants are the prophetesses of today went along at the same time; and it is from this fact that Zeus was also called Pelasgios."
Strabo, Geography 7 Fragment 1 :
"Kineas says that there was a city in Thessalia, and that an oak-tree and the oracle of Zeus were transferred from there to Epeiros."
Strabo, Geography 7 Fragment 1a :
"In earlier times the oracle [of Dodona] was in the neighborhood of Skotoussa, a city of Pelasgiotis; but when the tree was set on fire by certain people the oracle was transferred in accordance with an oracle which Apollon gave out at Dodona. However, he gave out the oracle, not through words, but through certain symbols, as was the case at the oracle of Zeus Ammon in Libya. Perhaps there was something exceptional about the flight of the three pigeons from which the priestesses were wont to make observations and to prophesy. It is further said that in the language of the Molossians and the Thesprotians old women are called peliai and old men pelioi. And perhaps the much talked of Peleiades were not birds, but three old women who busied themselves about the temple."
Strabo, Geography 7 Fragment 1c :
"According to the Geographer, a sacred oak tree is revered in Dodona, because it was thought to be the earliest plant created and the first to supply men with food. And the same writer also says in reference to the oracular doves there, as they are called, that the doves are observed for the purposes of augury, just as there were some seers who divined from ravens."
Strabo, Geography 7 Fragment 2 :
"Among the Thesprotians and the Molossians old women are called peliai and old men pelioi, as is also the case among the Makedonians; at any rate, those people call their dignitaries peligones . . . And this, it is said, is the origin of the myth about the pigeons in the Dodonaian oak-tree."
Strabo, Geography 7 Fragment 3 :
"The proverbial phrase, `the copper vessel in Dodona,' originated thus : In the temple was a copper vessel with a statue of a man situated above it and holding a copper scourge, dedicated by the Korkyraians; the scourge was three-fold and wrought in chain fashion, with bones strung from it; and these bones, striking the copper vessel continuously when they were swung by the winds, would produce tones so long that anyone who measured the time from the beginning of the tone to the end could count to four hundred. Whence, also, the origin of the proverbial term, `the scourge of the Korkyraians.'"
Strabo, Geography 9. 5. 20 :
"Skotoussa [in Perrhaibia, Thessalia] I have already mentioned in my account of Dodona and of the oracle in Thessaly."
Pausanias, Description of Greece 1. 13. 3 (trans. Jones) (Greek travelogue C2nd A.D.) :
"[The historical general] Pyrrhos the Molossian . . . [after a war with the Makedonians] dedicated the bucklers of the Makedonians to Zeus Dodonaios (of Dodona). They too have an inscription:--`These once ravaged golden Asia, and brought slavery upon the Greeks. Now ownerless they lie by the pillars of the temple of Zeus, spoils of boastful Makedonia.'"
Pausanias, Description of Greece 1. 17. 5 :
"Among the sights of Thesprotia are a sanctuary of Zeus at Dodona and an oak sacred to the god."
Philostratus the Elder, Imagines 2. 15 (trans. Fairbanks) (Greek rhetorician C3rd A.D.) :
"The keel which had been fitted beneath the ship [Argo] was wrought of an ancient tree, the tree which Zeus used for his oracular utterances at Dodona."
Philostratus the Elder, Imagines 2. 33 :
"[Ostensibly a description of a painting at Neapolis (Naples) :] Dodona. Here is the golden dove still on the oak, wise in her sayings; here are oracles which are utterances of Zeus; here lies the axe abandoned by the tree-cutter Hellos, from whom are descended the Helloi of Dodona; and fillets are attached to the oak, for like the Pythian tripod it utters oracles. One comes to ask it a question and another to sacrifice, while yonder band from Thebes stands about the oak, claiming as their own the wisdom of the tree; and I think the golden bird has been caught there by decoy. The interpreters of Zeus, whom Homer knew as `men with unwashen feet that couch on the ground' [Iliad 16.235], are a folk that live from hand to mouth and have as yet acquired no substance, and they assert that they will never do so, since they think they enjoy the favour of Zeus because they are content with a picked-up livelihood. For these are the priests; and one is charged with hanging the garlands, one with uttering the prayers, a third must attend to the sacrificial cakes, and another to the barley-grains and the basket, another makes a sacrifice, and another will permit no one else to flay the victim. And here are Dodonaian priestesses of stiff and solemn appearance, who seem to breathe out the odour of incense and libations. The very place, my boy, is painted as fragrant with incense and replete with the divine voice; and in it honour is paid to a bronze Ekho, whom I think you see placing her hand upon her lips, since a bronze vessel has been dedicated to Zeus at Dodona, that resounds most of the day and is not silent till someone takes hold of it."
Pliny the Elder, Natural History 4. 2 (trans. Rackham) (Roman encyclopedia C1st A.D.) :
"The Molossi in whose territory is the temple of Jove [Zeus] of Dodona, famous for its oracle."
Suidas s.v. Propheteia (trans. Suda On Line) (Byzantine Greek lexicon C10th A.D.) :
"Propheteia (the prophetic gift) : . . . the priestesses Pythia [of Apollo at Delphoi] and Dodona [of Zeus at Dodona] who divine through trees."

PROPHECIES OF THE ORACLE AT DODONA

Strabo, Geography 6. 1. 5 (trans. Jones) (Greek geographer C1st B.C. to C1st A.D.) :
"Pandosia [a town in Brettion, Italia] . . . near which Alexandros the Molossian was killed. He, too, was deceived by the oracle at Dodona, which bade him be on his guard against Akheron and Pandosia; for places which bore these names were pointed out to him in Thesprotia, but he came to his end here in Brettion. Now the fortress [of Pandosia in Brettion] has three summits, and the River Akheron flows past it. And there was another oracle that helped to deceive him : `Three-hilled Pandosia, much people shalt thou kill one day' ; for he thought that the oracle clearly meant the destruction of the enemy, not of his own people."
Strabo, Geography 9. 2. 4 :
"Ephoros says that the Thrakians, after [historically] making a treaty with the Boiotians, attacked them by night when they, thinking that peace had been made, were encamping rather carelessly . . . and the Pelasgians, when the war was still going on, went to consult the oracle [of Dodona], as did also the Boiotians. Now Ephoros is unable, he says, to tell the oracular response that was given to the Pelasgians, but the prophetess replied to the Boiotians that they would prosper if they committed sacrilege; and the messengers who were sent to consult the oracle, suspecting that the prophetess responded thus out of favor to the Pelasgians, because of her kinship with them (indeed, the temple also was from the beginning Pelasgian), seized the woman and threw her upon a burning pile, for they considered that, whether she had acted falsely or had not, they were right in either case, since, if she uttered a false oracle, she had her punishment, whereas, if she did not act falsely, they had only obeyed the order of the oracle. Now those in charge of the temple, he says, did not approve of putting to death without trial--and that too in the temple--the men who did this, and therefore they brought them to trial, and summoned them before the priestesses, who were also the prophetesses, being the two survivors of the three; but when the Boiotians said that it was nowhere lawful for women to act as judges, they chose an equal number of men in addition to the women. Now the men, he says, voted for acquittal, but the women for conviction, and since the votes cast were equal, those for acquittal prevailed; and in consequence of this prophecies are uttered at Dodona by men to Boiotians only; the prophetesses, however, explain the oracle to mean that the god ordered the Boiotians to steal the tripods and take one of them to Dodona every year; and they actually do this, for they always take down one of the dedicated tripods by night and cover it up with garments, and secretly, as it were, carry it to Dodona."
Pausanias, Description of Greece 7. 25. 1 (trans. Jones) (Greek travelogue C2nd A.D.) :
"The god at Dodona too manifestly advises us to respect suppliants. For about the time of Apheidas the Athenians received from Zeus of Dodona the following verses:--`Consider the Areopagos, and the smoking altars of the Eumenides, where the Lakedaimonians are to be thy suppliants, when hard-pressed in war. Kill them not with the sword, and wrong not suppliants. For suppliants are sacred and holy.'"

  • Hesiod, Catalogues of Women - Greek Epic C8th-7th B.C.
  • Plato, Phaedrus - Greek Philosophy C4th B.C.
  • Strabo, Geography - Greek Geography C1st B.C. - C1st A.D.
  • Pausanias, Description of Greece - Greek Travelogue C2nd A.D.
  • Philostratus the Elder, Imagines - Greek Rhetoric C3rd A.D.
  • Pliny the Elder, Natural History - Latin Encyclopedia C1st A.D.
  • Suidas - Byzantine Greek Lexicon C10th A.D.

ZEUS LOVES 3

 http://www.theoi.com/
ZEUS was the King of the Gods, and the god of weather, fate, law and order.
He had numerous lovers in mythology. This page describes three of his mortal liaisons in detail: Danae who was seduced by the god in the form of a golden shower, Antiope, by the god disguised as a Satyr, and Kallisto, by Zeus disguised as the goddess Artemis.

(1) MORTAL LOVES (WOMEN)
ALKMENE A Lady of Thebes in Boiotia (Central Greece) who was seduced by Zeus in the form of her own husband. She bore twins: Herakles by Zeus and Likymnios by her husband Amphitryon.
ANTIOPE A Lady of Thebes in Boiotia (Central Greece) who was seduced by Zeus in the shape of Satyros. She bore him twin sons Amphion and Zethos which were exposed at birth.
DANAE A Princess of Argos (in Central Greece) who was imprisoned by her father in a bronze tower. Zeus seduced her in the form of a golden shower, and she gave birth to a son, the hero Perseus.
DIA A Queen of the Lapith tribe of Thessalia (in Northern Greece), wife of King Ixion. According to some, she was seduced by Zeus, and bore him a son Peirithoos (but others say, the father was her husband Ixion). [see Family]
ELARE A Princess of Orkhomenos (in Central Greece) who was loved by Zeus. In fear of the wrath of Hera, he hid her beneath the earth, where she gave birth to a son the Gigante Tityos.
EUROPA A Princess of Phoinikia (Phoenicia in West Asia) who was abducted to Krete )in the Greek Aegean) by Zeus in the form of a bull. She bore him three sons: Minos, Sarpedon and Rhadamanthys.
EURYMEDOUSA A Princess of Phthiotis (in Northern Greece) who was seduced by Zeus in the form of an ant. Their son was named Myrmidon (Ant-Man).
KALLISTO A Princess of Arkadia (in Southern Greece) who was seduced by Zeus in the guise of the goddess Artemis. She was transformed into a bear by a wrathful goddess into a bear and in this form bare a son named Arkas.
KALYKE A Queen of Elis (in Southern Greece), the wife of King Aithlios. She was the mother by Zeus (or by her husband Aithlios) of Endymion. [see Family]
KASSIOPEIA A Lady of Krete (in the Greek Aegean) who bore Zeus a son named Atymnios. [see Family]
LAMIA A Queen of Libya (in North Africa) who was loved by Zeus. When the jealous Hera stole her children by the god - Herophile and Akhilleus - she was driven mad with grief.
LAODAMEIA A Princess of Lykia (in Asia Minor) who was loved by Zeus and bore him a son, Sarpedon. [see Family]
LEDA A Queen of Lakedaimonia (in Southern Greece) who was seduced by Zeus in the form of swan. She laid an egg from which were hatched the Dioskouroi twins - one Polydeukes was the son of Zeus, the other Kastor the son of her husband Tyndareus. According to some, she was also the mother of egg-hatched Helene (though others say this egg was given her by the goddess Nemesis).
LYSITHOE A woman who bore Zeus a son named Herakles (a man with the same name as the famous hero). [see Family]
NIOBE A Princess of Argolis (in Southern Greece). She was the very first mortal woman loved by Zeus, and bore him two sons: Argos and Pelasgos (though according to others Pelasgos was a son of Poseidon or Earth-Born).
OLYMPIAS An (historical) Queen of Makedonia, and mother of Alexandros the Great. According to legend, her son was fathered by the god Zeus.
PANDORA A Princess of the Hellenes, one of the daughters of King Deukalion, surviver of the Great Deluge. She was loved by Zeus and bore him sons Latinos and Graikos. [see Family]
PROTOGENEIA A Princess of the Hellenes, one of the daughters of King Deukalion, surviver of the Great Deluge. She was loved by Zeus and bore him a son Aithlios. [see Family]
PYRRHA The wife of King Deukalion of the Hellenes, who with her husband survived the Great Deluge. According to some, her first born son, Hellen, was fathered by Zeus rather than Deukalion. [see Family]
PHTHIA A girl from Aegion in Akhaia (southern Greece). Zeus seduced her in the guise of a pigeon or dove.
SEMELE A Princess of Thebes in Boiotia (Central Greece) who was loved by Zeus, but through the machinations of Hera was consumed by the heat of his lightning bolts. Zeus rescued their unborn son, Dionysos, from her body and sewed him up in his thigh until he was old enought to be born.
THYIA A Princess of the Hellenes, one of the daughters of King Deukalion, surviver of the Great Deluge. She was loved by Zeus and bore him sons Magnes and Makedon. [see Family]
(4) MORTAL LOVES (MEN)
GANYMEDES A Prince of Troy (in Asia Minor) who was abducted to Olympos by Zeus in the form of an eagle to be his lover and the cupbearer of the gods.

ZEUS LOVES: DANAE

LOCALE: Mykenai, Argolis (Southern Greece)
Homer, Iliad 14. 139 ff (trans. Lattimore) (Greek epic C8th B.C.) :
"Zeus who gathers the clouds answered her [his wife Hera]: ‘. . . Never before has love for any goddess or woman so melted about the heart inside me, broken it to submission, as now: not that time . . . when I loved Akrisios' daughter sweet-stepping Danaë, who bore Perseus to me, preeminent among all men.’"
Pseudo-Apollodorus, Bibliotheca 2. 26 & 34 (trans. Aldrich) (Greek mythographer C2nd A.D.) :
"To Akrision and Eurydike, Lakedaimon's daughter, was born a daughter Danae. . .
While Akrisios was making oracular inquiry into the problem of fathering sons, the god informed him that a son born of his daughter would slay him. In fear Akrisios constructed a bronze chamber beneath the earth, where he kept Danae under guard. Now some say the Proitos [twin brother of Akrisios] seduced her, which led to the hard feelings between the brothers, but others say that Zeus had sex with her by changing himself into gold that streamed in through the ceiling and down into her womb. When Akrisios later learned that she had given birth to Perseus, not believing that Zeus had seduced her, he cast his daughter out to sea with her son on an ark. The ark drifted ashore at Seriphos, where Diktys recovered the child and brought him up."
Strabo, Geography 10. 5. 10 (trans. Jones) (Greek geographer C1st B.C. to C1st A.D.) :
"Seriphos, the scene of the mythical story of Diktys, who with his net drew to land the chest in which were enclosed Perseus and his mother Danae, who had been sunk in the sea by Akrisios the father of Danae; for Perseus was reared there."
Herodotus, Histories 6. 53 (trans. Godley) (Greek historian C5th B.C.) :
"The Greeks recount these kings of the Dorians as far back as Perseus son of Danae - they make no mention of the god [Zeus, the father of Perseus] - and prove these kings to be Greek; for by that time they had come to be classified as Greeks. I said as far back as Perseus, and I took the matter no further than that, because no one is named as the mortal father of Perseus, as Amphitryon is named father of Herakles . . . Danae [was the] daughter of Akrisios."
Herodotus, Histories 7. 61 :
"Perseus son of Danae and Zeus."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 63 (trans. Grant) (Roman mythographer C2nd A.D.) :
"Danae was the daughter of Acrisius and Aganippe. A prophecy about her said that the child she bore would kill Acrisius, and Acrisius, fearing this, shut her in a stone-walled prison. But Jove [Zeus], changing into a shower of gold, lay with Danae, and from this embrace Perseus was born. Because of her sin her father shut her up in a chest with Perseus and cast it into the sea. By Jove's [Zeus'] will it was borne to the island of Seriphus, and when the fisherman Dictys found it and broke it open, he discovered the mother and child. He took them to King Polydectes, who married Danae and brought up Perseus in the temple of Minerva [Athena]."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 155 :
"Sons of Jove [Zeus] . . . Perseus by Danae, daughter of Acrisius."
Ovid, Metamorphoses 4. 576 ff (trans. Melville) (Roman epic C1st B.C. to C1st A.D.) :
"Acrisius of Argos . . . denied Perseus could be Jove's [Zeus'] son, whom Danae conceived in that gold shower."
Ovid, Metamorphoses 4. 607 ff :
"Acrisius Abantiades (son of Abas) . . . denied [his grandson] Perseus could be Jove's [Zeus'] son, whom Danae conceived in that gold shower. Yet ere long (so sure the power of truth) Acrisius repented of his . . . rejection of his grandson's claim."
Ovid, Metamorphoses 4. 697 ff :
"Perseus, the son of Jove [Zeus] and her whom, in her prison, Juppiter’s [Zeus’] golden shower made fertile."
Ovid, Metamorphoses 6. 113 ff :
"In a golden shower [Zeus] fooled Danae."
Ovid, Metamorphoses 11. 117 ff :
"When he [Midas of the golden-touch] but rinsed his hands in running water the water might have cheated Danae."

K1.12 DANAE,
ZEUS AS GOLD
K1.14 DANAE,
ZEUS AS GOLD
   

ZEUS LOVES: ANTIOPE

LOCALE: Mount Kithairon, Boiotia (Central Greece)
Homer, Odyssey 11. 260 ff (trans. Shewring) (Greek epic C8th B.C.) :
"[Odysseus in the Underworld:] I saw [the shade of] Antiope, the daughter of Asopos; it was her pride to have slept in the arms of Zeus himself. She bore two sons, Amphion and Zethos, primal founders of Thebes of the seven gates; they added walls to the spacious city because without them they could not hold it as their dwelling."
Hesiod, Catalogues of Women Fragment 95 (from Scholiast on Homer's Iliad 2. 469) (trans. Evelyn-White) (Greek epic C8th or 7th B.C.) :
"Or like her (Antiope) whom Boiotian Hyria nurtured as a maid." [N.B. Hesiod's account presumably went on to describe her liaison with Zeus.]
Pseudo-Apollodorus, Bibliotheca 3. 41 - 44 (trans. Aldrich) (Greek mythographer C2nd A.D.) :
"[Lykos the regent of Thebes] was assassinated by Zethos and Amphion for the following reason. Zeus slept with Antiope, daughter of Nykteos. Pregnant she ran away from her threatening father to Epopeos in Sikyon, who married her. His spirit broken, Nykteos commanded Lykos to punish both Epopeos and Antiope, and then took his own life. Lykos led a campaign against Sikyon, and after he had taken it and killed Epopeos, he captured Antiope and led her off. Along the way she gave birth to twin sons at Boiotian Eleutherai. They were exposed, but a herdsman found and reared them, calling one Zethos and the other Amphion. Now Zethos took up the cattle business, while Amphion pursued a career in singing, after Hermes presented him with a lyre. Lykos kept Antiope imprisoned and mistreated her, he and his wife Dirke. Her chains, however, fell loose of their own accord one day [presumably by the will of Zeus], and she made her way unnoticed to her sons' farmhouse, anxious to be taken in by them. They recognised their mother, assassinated Lykos, tied Dirke to a bull, and, when she was dead, threw her body into the spring that is called Dirke after her."
Pseudo-Apollodorus, Bibliotheca 3. 111 :
"Nykteos and Polyxo were parents of Antiope, and Antiope and Zeus were the parents of Zethos and Amphion."
Pausanias, Description of Greece 1. 38. 9 (trans. Jones) (Greek travelogue C2nd A.D.) :
"[On Mt Kithairon] is a small cave, and beside it is a spring of cold water. The legend about the cave is that Antiope after her labour placed her babies [Amphion and Zethos] into it; as to the spring, it is said that the shepherd who found the babies washed them there for the first time, taking off their swaddling clothes."
Pausanias, Description of Greece 2. 6. 1 :
"Asios the son of Amphiptolemos says in his poem:- ‘Zethos and Amphion had Antiope for their mother, daughter of Asopos, the swift, deep-eddying river, having conceived of Zeus and Epopeos, shepherd of peoples.’"
Pseudo-Hyginus, Fabulae 7 (trans. Grant) (Roman mythographer C2nd A.D.) :
"Antiopa, daughter of Nycteus, was by a trick violated by Epaphos [Epopeos king of Sikyon], and as a consequence was cast off by her husband Lycus. Thus widowed, Jupiter [Zeus] embraced her. But Lycus married Dirce. She, suspecting that her husband had secretly lain with Antiopa, ordered her servants to keep her bound in darkness. When her time was approaching, by the will of Jove [Zeus] she escaped from her chains to Mount Cithaeron, and when birth was imminent and she sought for a place to bear her child, pain compelled her to give birth at the very crossroads. Shepherds reared her sons as their own, and called one Zetos from [the Greek] ‘Seeking a Place’, and the other Amphion, because ‘She gave birth at the crossroads, or by the road.’ When the sons found out who their mother was, they put Dirce to death by binding her to an untamed bull; by the kindness of Liber [Dionysos], whose votary she was, on Mount Cithaeron a spring was formed from her body, which was called Dirce."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 8 :
"Antiopa of Euripides (which Ennius wrote): Antiopa was the daughter of Nycteus, king in Boeotia; entranced by her great beauty, Jupiter [Zeus] made her pregnant. When her father wished to punish her on account of her disgrace, and threatened harm, Antiopa fled. By chance Epaphus [Epopeos], a Sikyonian, was staying in the place to which she came, and he brought the woman to his house and married her. Nycteus took this hard, and as he was dying, bound by oath his brother Lycus, to whom he left his kingdom, not to leave Antiopa unpunished. After his death, Lycus same to Sicyon, and slaying Epaphus [Epopeos], brought Antiopa bound to Cithaeron. She bore sons, and left them there, but a shepherd reared them, naming them Zetus and Amphion. Antiopa had been given over to Dirce, Lycus’ wife, for punishment. When opportunity presented itself, she fled, and came to her sons. But Zetus, thinking her a runaway, did not accept her. Dirce, in the revels of Liber [Dionysos], was brought to the same place. There she found Antiopa and was dragging her to death. But the youths, informed by the shepherd who had reared them that she was their mother, quickly pursued and rescued their mother, but slew Dirce, binding her by the hair to a bull. When they were about to kill Lycus, Mercurius [Hermes] forbade them, and at the same time ordered Lycus to yield the kingdom to Amphion."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 155 :
"Sons of Jove [Zeus] . . . Zethus and Amphion, by Antiopa, daughter of Nycteus."
Ovid, Metamorphoses 6. 111 ff (trans. Melville) (Roman epic C1st B.C. to C1st A.D.) :
"Juppiter [Zeus] once in a Satyrus' guise had got Nycteis [Antiope daughter of Nykteus] with twins."
Nonnus, Dionysiaca 16. 240 ff (trans. Rouse) (Greek epic C5th A.D.) :
"You have heard of love's game of trickery for Antiope, the laughing Satyros, the sham of a deceitful mate."
Nonnus, Dionysiaca 33. 301 ff :
"Zeus the Ruler on High once took the shape of a Satyros, and wooed he maiden Antiope under a deceitful shape, in the mock love of a dancing bridal."

Z1.7 ANTIOPE,
ZEUS AS SATYR
Z1.6 ANTIOPE,
ZEUS AS SATYR
   

ZEUS LOVES: KALLISTO

LOCALE: Mount Lykaios, Arkadia (Southern Greece)
Hesiod, The Astronomy Fragment 3 (from Pseudo-Eratosthenes, Catasterismi Frag 1. 2) (trans. Evelyn-White) (Greek epic C8th or 7th B.C.) :
"The Great Bear (Arktos Megale) - Hesiod says she [Kallisto] was the daughter of Lykaon and lived in Arkadia. She chose to occupy herself with wild-beasts in the mountains together with Artemis, and, when she was seduced by Zeus, continued some time undetected by the goddess, but afterwards, when she was already with child, was seen by her bathing and so discovered. Upon this, the goddess was enraged and changed her into a beast. Thus she became a bear and gave birth to a son called Arkas. But while she was in the mountain, she was hunted by some goat-herds and given up with her babe to Lykaon. Some while after, she thought fit to go into the forbidden precinct of Zeus, not knowing the law, and being pursued by her own son and the Arkadians, was about to be killed because of the said law; but Zeus delivered her because of her connection with him and put her among the stars, giving her the name Arktos (Bear) because of the misfortune which had befallen her."
Hesiod, The Astronomy Fragment 3 (from Commentary Supplementary on Aratus 547) :
"Of Bootes also called the Bear-Warden (Arktophylakos). The story goes that he is Arkas the son of Kallisto and Zeus, and he lived in the country about Lykaion. After Zeus had seduced Kallisto, Lykaon, pretending not to know of the matter, entertained Zeus, as Hesiod says, and set before him on the table the babe which he had cut up."
Homerica, Contest of Homer and Hesiod 316 ff (trans. Evelyn-White) (Greek epic B.C.) :
"[Artemis] slew Kallisto with a shot of her silver bow."
Pseudo-Apollodorus, Bibliotheca 3. 100 (trans. Aldrich) (Greek mythographer C2nd A.D.) :
"Eumelos [epic poet C8th B.C.] and certain others maintain that Lykaon had a daughter named Kallisto, although Hesiod [epic poet C8th or 7th B.C.] says she was one of the Nymphai, while Asios [poet C8th or 7th B.C.] identifies her father as Nykteos, and Pherekydes [writer C6th B.C.] as Keteos. She was a hunting companion of Artemis, imitating her dress and remaining under oath a virgin for the goddess. But Zeus fell in love with her and forced her into bed, taking the likeness, some say, or Artemis, others, of Apollon. Because he wanted to escape the attention of Hera, Zeus changed Kallisto into a bear. But Hera persuaded Artemis to shoot the girl with an arrow like a wild animal. There are those who maintain, however, that Artemis shot her because she did not protect her virginity. As Kallisto died, Zeus seized his baby and handed it over to Maia to rear in Arkadia, giving it the name Arkas. Kallisto he changed into a star, which he called Arktos (the Bear)."
Callimachus, Hymn 1 to Zeus 40 ff (trans. Mair) (Greek poet C3rd B.C.) :
"The stream Neda [in Arkadia] . . . its primeval water do the son's son of the Bear, Lykaon's daughter, drink."
Pausanias, Description of Greece 1. 25. 1 (trans. Jones) (Greek travelogue C2nd A.D.) :
"Io, the daughter of Inakhos, and Kallisto, the daughter of Lykaon, of both of whom exactly the same story is told, to wit, love of Zeus, wrath of Hera, and metamorphosis, Io becoming a cow and Kallisto a bear."
Pausanias, Description of Greece 8. 3. 6 :
"In addition to all this male issue, Lykaon had a daughter Kallisto. This Kallisto (I repeat the current Greek legend) was loved by Zeus and mated with him. When Hera detected the intrigue she turned Kallisto into a bear, and Artemis to please Hera shot the bear. Zeus sent Hermes with orders to save the child that Kallisto bore in her womb, and Kallisto herself he turned into the constellation known as the Great Bear (Arktos Megas), which is mentioned by Homer in the return voyage of Odysseus from Kalypso:- ‘Gazing at the Pleiades and late-setting Bootes, and the Bear (Arktos), which they also call the Wain (Amaxa).’ But it may be that the constellation is merely named in honor of Kallisto, since her grave is pointed out by the Arkadians."
Pausanias, Description of Greece 8. 35. 8 :
"Descending from Krounoi [in Arkadia] for about thirty stades you come to the grave of Kallisto, a high mound of earth, whereon grow many trees, both cultivated and also those that bear no fruit. On the top of the mound is a sanctuary of Artemis, surnamed Kalliste (the Beautiful)."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 155 (trans. Grant) (Roman mythographer C2nd A.D.) :
"Sons of Jove [Zeus] . . . Arcas by Callisto, daughter of Lycaon."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 176 :
"Jove [Zeus] is aid to have come as guest to Lycaon, son of Pelasgus, and to have seduced his daughter Callisto. From them Arcas was born, who named the land [of Arkadia] from his own name."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 177 :
"Callisto, daughter of Lycaon, is said to have been changed into a bear by the wrath of Juno [Hera], because she had lain with Jove [Zeus]. Afterwards Jove put her among the number of the stars as a constellation called Septentrio [Ursa Major], which does not move from tis place, nor does it set. For Tethys, wife of Oceanus, and foster mother of Juno [Hera], forbids its setting in the Oceanus. This, then, is the greater Septentrio, about whom it is written in Kretan verses [in address to Arkas son of Kallisto]: ‘Thou, too, born of the transformed Lycaonian Nympha, who, stolen from the chill Arcadian height, was forbidden by Tethys ever to dip herself in the Oceanus because once she dared to be concubine to her foster child.’
This bear, then is called Helice by the Greeks. She has seven rather dim stars on her head, two on either ear, one on her shoulder, a bright one on her breast, one on her forefoot, a bright one at the tip of her tail; at the back on her thigh, two; at the bottom of her foot, two; on her tail, three - twenty in all."
Pseudo-Hyginus, Fabulae 224 :
"Mortals who were made immortal . . . Arcas, son of Jove [Zeus] and Callisto, placed among the stars … Callisto, daughter of Lycaon, put in the constellation Septentrio."
Pseudo-Hyginus, Astronomica 2. 1 :
"[Constellation] Great Bear. Hesiod says she is named Callisto, daughter of Lycaon, who ruled in Arcadia, Out of her zeal for hunting she joined Diana [Artemis], and was greatly loved by the goddess because of their similar temperaments. Later, when made pregnant by Jove [Zeus], she feared to tell the truth to Diana [Artemis]. But she couldn’t conceal it long, for as her womb grew heavier near the time of her delivery, when she was refreshing her tired body in a stream, Diana realized she had not preserved her virginity. In keeping with her deep distrust, the goddess inflicted no light punishment. Taking away her maiden features, she changed her into the form of a bear, called arktos in Greek. In this form she bore Arcas.
But as Amphis, writer of comedies [Athenian C4th B.C.], says, Jupiter [Zeus], assuming the form of Diana [Artemis], followed the girl as if to aid her in hunting, and embraced her when out of sight of the rest. Questioned by Diana as to the reason for her swollen form, she replied that it was the goddess' fault, and because of this reply, Diana changed her into the shape we mentioned above. When wandering like a wild beast in the forest, she was caught by certain Aetolians and brought into Arcadia to King Lycaon along with her son as a gift, and there, in ignorance of the law, she is said to have rushed into the temple of Jove Lycaeus [Zeus Lykaios]. Her son at once followed her, and the Arcadians in pursuit were trying to kill them [for the sacrilege], when Jupiter [Zeus], mindful of his indiscretion, rescued her and placed her and her son among the constellations. He named her Arctos (Bear), and her son Arctophylas (Bear Watcher). About him we shall speak later.
Some, too, have said that when Callisto was embraced by Jove [Zeus], Juno [Hera] in anger turned her into a bear; then, when she met Diana [Artemis] hunting, she was killed by her, and later, on being recognised, was placed among the stars.
But others say that when Jupiter [Zeus] was pursuing Callisto in the woods, Juno [Hera] suspecting what had happened, hurried there so that she could say she had caught him openly. But Jove [Zeus], the more easily to conceal his fault, left her changed to bear form. Juno, then, finding a bear instead of a girl in that place, pointed her out for Diana [Artemis], who was hunting, to kill. Jove [Zeus] was distressed to see this, and put in the sky the likeness of a bear represented with stars.
The constellation, as many have stated, does not set, and those who desire some reason for this fact say that Tethys, wife of Oceanus, refuses to receive her when the other stars come there to their setting, because Tethys was the nurse of Juno, in whose bed Callisto was a concubine.
Araethus of Tegea, however, writer of histories, says that she wasn't Callisto, but Megisto, and wasn’t the daughter of Lycaon, but of Ceteus, and so granddaughter of Lycaon. He says, too, that Ceteus himself was called the [constellation] Kneeler. The other details agree with what has been said above. All this is shown to have taken place on the Arcadian mountain Nonacris."
Ovid, Metamorphoses 2. 401 ff (trans. Melville) (Roman epic C1st B.C. to C1st A.D.) :
"The Almighty Father (pater omnipotens) [Zeus] surveyed the earth and the affairs of men. His own Arcadia was his weightiest care . . . And as he came and went, busy, there caught his eye [Kallisto] a country Nympha of Nonacris and love flared in his heart. She was no girl to spin soft skeins of wool or vary her hair-style; a buckle held her dress, a plain white band her strangling hair. She carried a light spear - sometimes a bow - Phoebe's [Artemis'] warrior; none so high as she in Trivia's [Artemis'] favour on the mountain slopes of Maenalus; but favourites soon fall.
One afternoon, the sun still riding high, she found a glade deep in the virgin woods and there unstrung her bow, took off her quiver, and lay down on the grass, the coloured case a pillow for her head. Juppiter [Zeus] saw her there, weary and unprotected and alone. ‘This prank,’ he thought, ‘my wife [Hera] will never learn, or should she, all her scolding's worth the prize.’
Taking at once Diana's [Artemis'] form, her face and dress, ‘My dear’, he said, ‘best of my troop, which mountain coverts have you drawn?’ The girl rose from the greensward; ‘Hail, my queen’, said she, ‘Greater than Jove [Zeus] I say though Jove should hear.’ Jove [Zeus] heard and smiled, happy that she preferred him to himself, and kissed her on the lips - no modest, maiden’s kisses - checked her tale, seized her and by his outrage stood betrayed. She fought, it's true, as hard as girls can fight; (would that Saturnia [Hera] had watched, her wrath were less) she fought, but how could any girl succeed, how master Jove? Victorious, he retired to heaven above; she loathed the forest glade, the woods that knew, and, as she turned to go, nearly forgot her quiver and her bow.
And now Dictynna [Artemis] across high Maenalus progressing with her troop, proud of her kills, observed the girl and called her. At the call she shrank at first lest it were Juppiter [Zeus] again, but then she saw the Nymphae came with their queen, and feared no trap and joined their company. How hard it is for a face to hide its guilt! She scarce could raise her eyes, nor as before stayed by her goddess' side and led the train. Silent, her awkward blushes told her shame. Diana [Artemis], but for her own chaste innocence, might well have learnt by countless little signs the guilty truth; no doubt the Nymphae knew well.
Nine times the crescent moon had filled her orb, when Diana [Artemis], wearied by her brother's beams and by the chase, reached a cool shady grove, through which there flowed a babbling rivulet, whose gliding current shaped its shelving sands. Charmed by the place, the goddess dipped her feet into the stream; and that was charming too. ‘No spy is near’, she said, ‘here let us strip and bathe.’ The poor girl Parrhasis [Kallisto] blushed; they all undressed; one lingered waiting. As she hesitates, they strip her body - and her secret - bare. Aghast, she spread her hands to hide her shape. ‘Begone!’ Cynthia [Artemis] cried, ‘you shall not stain my stream!’ and bade her quit her company.
Juno [Hera], the Thunderer's (Totantis) consort, knew the truth long since, and had deferred until due time her dire revenge, and now the time was due. Her rival bore a boy (that galled her most), Arcas; on him the goddess turned her eyes, her anger. ‘Strumpet, so it came to this, that you gave birth, and published by that birth my injury and proved my Jove's [Zeus'] disgrace. Now you shall pay! That loveliness, your joy, the grace that won my lord, I shall destroy!’ She seized her by the hair and flung her flat upon the ground. The girl held out her arms for mercy. Over those arms spread grisly fur, her nails lengthened to claws, her hands curved down to serve as feet, the lips that Jove [Zeus] so praised were hideous jaws, and, lest her prayers prevail, her power of speech was quenched; a fearful growl, angry and menacing, came from her throat. She was a bear, but kept her woman’s heart; moan after moan proclaimed her misery. She raised her hands (her paws!) towards the stars and blamed, though wordless, Jove's ingratitude. How often in the lonely woods she feared to lay her head, and wandered to and fro before her home, through her familiar fields! How often, when the baying hounds gave chase, she fled across the scarps – the huntress fleeing in panic from the horror of the hunt! And many a time, forgetting what she was, hid from the creatures of the wild; a bear she shuddered to see bears on the high hills, feared wolves although her father was a wolf [Lykaon had been transformed into a wolf by Zeus].
The years rolled on; Arcas was now sixteen, his mother lost, her fate, her name unknown. One day, out hunting in the forest glades of Erymanthus, as he placed his nets, he chanced to meet her; seeing him she stopped stock still, seeming to recognize his face. He shrank away; those eyes, unmoving, fixed for ever on his own, froze the boy's heart with nameless fear, and as she moved towards him he aimed his javelin to strike her dead. the Almighty (Omnipotens) [Zeus] stayed his hand and swept away both son and mother - with the threatened crime - whirled in a wind together through the void, and set them in the sky as neighbouring stars [Ursa Major and Ursa Minor].
Juno [Hera], in fury when that concubine shone midst the stars, descended to the sea, to Tethys and old Oceanus, whom the gods greatly revere, and to their questioning replied: ‘You ask why I, Queen of the Gods (Regina Deorum), come hither from the mansions of the sky? I am dethroned; another reigns; my words are false unless, when night darkens the world, you see, new-honoured in heaven to injure me, twin constellations at the utmost pole, where earth in last and shortest circle turns. Who now would hesitate to insult Juno [Hera]? Who fear to offend me, me whose punishment proves but preferment? Such is my success? So vast my influence! She whom I forbade to be a woman, made a goddess! Thus the guilty pay! So great my sovereignty! Let him unbeast the beast, her shape restore, as Phoronides Argolica's [Io's] was, his other paramour! Why not, deposing Juno, set instead Lycaon's wanton daughter in my bed? But you who reared me, if your hearts are touched by my disgrace, debar from your green deeps that sevenfold star that at the price of shame was set in heaven, nor let that prostitute your waters' pure integrity pollute.’
The Sea-gods (Di Mari) gave assent, and Saturnia [Hera] departed heavenwards through the cloudless air."
Ovid, Fasti 2. 155 ff (trans.Boyle) (Roman poetry C1st B.C. to C1st A.D.) :
"Callisto once belonged to the sacred circle of Hamdryades and huntress Diana [Artemis]. She touched the goddess’ bow: ‘This bow I touch,’ she cried, ‘Be a witness to my virginity.’ Cynthia [Artemis] praised her, and said: ‘Keep the pledge you vowed and you will be my companions’ princeps.’ She would have kept the pledge but for her prettiness. She shunned mortals, Jupiter [Zeus] made her sin. Phoebe [Artemis] returned from hunting scores of forest beasts, as the sun occupied or passed midday. When she reached the grove (a dark grove with dense ilex, around a deep fountain of cool water), she said, ‘Let’s bathe here in the wood, Tegean virgin;’ the other reddened at virgin’s false ring. She had instructed the Nymphae too. The Nymphae undress; Callisto is shamed and suspiciously slow. She stripped off her dress. Her womb’s obvious plumping betrays her with incriminating weight. The goddess said to her: ‘perjured Lycaonis, leave this virgin band, do not foul pure water.’
The moon's horns had replenished its circle ten times: the supposed virgin was now a mother. Wounded Juno [Hera] rages, and changes the girl's shape. Why do this? She was Jove's [Zeus'] unwilling victim. When she sees her rival with a beast’s hideous face, Juno snarls, ‘Go, sleep with that, Jupiter [Zeus]!’ A shaggy bear loped across the scrubby hillsides, who recently was loved by supreme Jove. The bastard boy whom she conceived was no fifteen, when the mother and son came face to face. Indeed she halted, as if she knew him, frantic, and growled. The growl was her parental speech. The ignorant lad would have bedded his honed spike in her, but both were whisked to homes above. They glitter as adjacent stars: the one called Arctos (Bear) leads; Arctophylax (Bear Watcher) seems to follow behind. Saturnia [Hera] still fumes and asks white Tethys’ waters not to bathe or touch Maenalian Arctos."

ZEUS LOVES : PHTHIA

LOCALE: Aegion, Akhaia (Southern Greece)
Aelian, Historical Miscellany 1. 15 (trans. Wilson) (Greek rhetorician C2nd to 3rd A.D.) :
"There are traditions in Akhaia that even Zeus himself took on the appearance of a pigeon (piresteros) when he fell in love with a girl called Phthia. This Phthia lived in Aegion."

  • Homer, The Odyssey - Greek Epic C9th-8th BC
  • Hesiod, Catalogues of Women - Greek Epic C8th-7th BC
  • Hesiod, Astronomica - Greek Epic C8th-7th BC
  • Herodotus, Histories - Greek History C5th BC
  • Apollodorus, The Library - Greek Mythography C2nd BC
  • Callimachus, Hymns - Greek C3rd BC
  • Pausanias, Guide to Greece - Greek Geography C2nd AD
  • Aelian, Historical Miscellany - Greek Rhetoric C2nd-3rd A.D.
  • Hyginus, Fabulae - Latin Mythography C2nd AD
  • Hyginus, Astronomica - Latin Mythography C2nd AD
  • Ovid, Metamorphoses - Latin Epic C1st BC - C1st AD
  • Ovid, Fasti - Latin Epic C1st BC - C1st AD
  • Nonnos, Dionysiaca - Greek Epic C5th AD