Σύμπαν και άνθρωπος

Όλα στο σύμπαν αφορούν τη μεταμόρφωση.Η ζωή μας μοιάζει με τις σκέψεις που τη διαμορφώνουν.

Μάρκος Αυρήλιος

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Χριστός και Εσσαίοι

Οι Εσσαίοι ήταν μία κλειστή θρησκευτική κοινότητα των Ιουδαίων που ζούσαν στην έρημο και συγκρούστηκαν με το ιουδαϊκό ιερατείο το 2ο αιώνα π.Χ., όταν επιτράπηκε στους Σελευκίδες να λατρεύουν το Δία στο Ναό των Ιεροσολύμων.
Οι Εσσαίοι, οργανωμένοι κοινοβιακά, ζούσαν κυρίως χωριστά από τον άλλο κόσμο. Η κοινότητά τους βρισκόταν στην έρημο Εν-γαδί της Ιουδαίας, στη Δυτική πλευρά της Νεκράς Θάλασσας και αριθμούσε κάποια περίοδο μέχρι και 4.000 μέλη.
Στους Εσσαίους αναφέρεται ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος της Αλεξάνδρειας Φίλων και ο αρχαίος Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος, αλλά κυρίως τα χειρόγραφα μάς αποκαλύπτουν τη ζωή και τον τρόπο σκέψης τους. Ούτε η Παλαιά ούτε η Καινή Διαθήκη κάνουν κάποια αναφορά στους Εσσαίους.
Το σενάριο για τις υποτιθέμενες εσσαϊκές ρίζες του χριστιανισμού, που έχει εξαπολυθεί (μεταξύ πολλών άλλων σεναρίων) εδώ και κάμποσα χρόνια, βασίζεται:  στις μεσσιανικές προσδοκίες και τον ερημιτισμό, την κοινοκτημοσύνη και κάποια τελετουργικά των Εσσαίων (βάπτισμα, μύηση κ.λ.π.),
* στις φραστικές ομοιότητες που διέκριναν κάποιοι ανάμεσα στα κείμενα που ανακαλύφθηκαν στην έρημο του Κουμράν της Παλαιστίνης (τα περίφημα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας), τον απ. Παύλο και τα ευαγγέλια, ιδίως του Ιωάννη. (Για τις ομοιότητες και τις διαφορές Εσσαίων και Χριστιανών βλέπε και ΕΔΩ)
Παρακάτω είναι ένα απόσπασμα (κεφ. 3ο, σελ. 119 – 130) από το πολύ καλό βιβλίο «Χριστός και Εσσαίοι» του Αρχιμ. Ιωάννη Κοστώφ. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία απάντηση στο βιβλίο «Ο θάνατος του Ιησού – Ο πάπυρος των Εσσαίων στην δημοσιότητα» (εκδόθηκε το 1981) που διατείνεται ότι είναι «Γράμμα του ανωτάτου των Εσσαίων της Ιερουσαλήμ προς τον ανώτατο των Εσσαίων της Αλεξάνδρειας» (Μπορείτε να διαβάσετε και ΕΔΩ) .
Ας δούμε καταρχάς μια ανθολόγηση από το «Εσσαϊκό» μυθιστόρημα: «Από τα συστήματα ιδεών πού ο Ιησούς διέδωσε ανάμεσα στο λαό, από τα σύμβολά του και τις λέξεις αναγνωρίσεως πού χρησιμοποιούσε στις συγκεντρώσεις, δηλαδή από το βάπτισμα, το κόψιμο τού ψωμιού και την παρουσία τού δισκοπότηρου, μπορέσατε εύκολα να αναγνωρίσετε, αγαπητά μου αδέλφια, ότι υπήρξε ένας από τους δικούς μας»(Ε 21).
«Ο Ιησούς [αφιερώθηκε] στη διδασκαλία των ανθρώπων, διότι αισθάνθηκε ότι εκεί τον έσπρωχνε το πνεύμα τού Θεού και επιθυμούσε επιπλέον με τη ζωή του και τα λόγια του να δοξάσει ανάμεσα στο λαό τις αρετές της κοινότητος των Εσσαίων»(Ε 37). Ο Ιησούς «σαν σύμβολο πίστεως προς την κοινότητά του [των Εσσαίων] δανείσθηκε πολλά από αυτήν[!] και καθιέρωσε επίσης το βάπτισμα, το οποίο λαμβάνει χώρα όταν ο άνθρωπος είναι σύμφωνος με τις αλήθειες πού αυτός [ο Ιησούς] ασπάζεται»(Ε 116), οι οποίες, όμως, όπως θα φανεί παρακάτω, είναι διαφορετικές από αυτές των Εσσαίων. «Οι μαθητές τού Ιησού δεσμεύθηκαν από τους Εσσαίους να υιοθετήσουν τα έθιμά τους [!]»(Ε 127).
Ιδού τώρα και μία ανθολόγηση εσσαίκής συμπεριφοράς σε αντιπαραβολή με την αντίστοιχη χριστιανική.
«Οι Εσσαίοι ζούσαν συνήθως στην ύπαιθρο ή σε μικρά χωριά και κέρδιζαν τη ζωή τους με τη γεωργία και τη βιοτεχνία [η Κ. Διαθήκη πάντως αποδέχεται, εκτός βέβαια των κοινών αλιέων (Ιω 21, 6) και κρεοπωλών (Α’ Κορ 10, 25) και πολλών άλλων -μέσα στά πλαίσια της ηθικής εννοείται - ακόμα και τα επαγγέλματα του τελώνη και του στρατιωτικού (Λκ 3, 13, 14)].
Απέφευγαν τις μεγάλες πόλεις, γιατί τις θεωρούσαν μολυσμένες από τους ειδωλολάτρες [Ο Χριστός όμως πήγαινε τακτικά στα Ιεροσόλυμα μαζί με τους Μαθητές Του (Μθ κεφ 21 Μρ κεφ 11 και 13· Ακ κεφ 21 · Ιω κεφ 12 κλπ), οι οποίοι μετά την Ανάληψή Του διεσπάρησαν σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο με κέντρα δραστηριότητας τις μεγάλες πόλεις: Αντιόχεια (Πρξ 15, 22), Έφεσο (Πρξ 18, 19), Θεσσαλονίκη (Πρξ 17, 1), “κατείδωλον” Αθήνα (Πρξ 17, 16), Ρώμη (Επιστολή προς Ρωμαίους), Φιλίππους (Πρξ 16, 12), Κόρινθο (Πρξ 18, 1), Πέργαμο (όπου και «ο θρόνος του σατανά» (Απ 2, 13)) κλπ κλπ].. αποφεύγοντος να πουλήσουν [ενώ ο Χριστός αποδεχόταν την αγοραπωλησία (Ιω 4, 8· 13, 29· Μθ 19, 21)]…
Ούτε κατασκεύαζαν, ούτε χρησιμοποιούσαν όπλα [ο Κορνήλιος όμως, παρότι στρατιωτικός, ευαρεστούσε στο Θεό (Πρξ 10, 4) και οι στρατιωτικοί, όταν ρώτησαν τον Πρόδρομο τι να πράξουν για να γίνουν ηθικοί, δεν τους είπε να απορρίψουν το επάγγελμά τους, αλλά να αποφύγουν τη συκοφαντία και την αρπαγή (Λκ 3, 14)]…
Τις γυναίκες τις περιφρονούσαν [σε αντίθεση με τη στάση του Ιησού προς αυτές - πενθερά του Πέτρου (Μθ κεφ 8), Σαμαρείτιδα (Ιω κεφ 4), μοιχευομένη (Ιω κεφ 8), μυροφόρος αμαρτωλή (Ακ κεφ 7) κλπ - και την τοποθέτηση της Κ. Διαθήκης γενικότερα (εν Χριστώ Ιησού... ούκ ένι άρσεν και θήλυ”(Γαλ 3, 28))] και σπάνια παντρεύονταν. Αυτοί που παντρεύονταν, τις εγκατέλειπαν μόλις αποκτούσαν παιδιά [Ο Απόστολος Παύλος όμως λέει: η γυναίκα θα σωθεί με τη γέννηση και ανατροφή τέκνων, εάν τηρήσουν (οι γυναίκες) την πίστη και την αγάπη και τον αγιασμό με σωφροσύνη (Α’ Τιμ. 2, 15)· πράγμα το οποίο δεν μπορεί βέβαια να συμβεί όταν οι άνδρες εγκαταλείπουν τις γυναίκες τους. Επίσης: «οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών(Έφ 5, 25), ούτως οφείλουσιν οι άνδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα ’(’Εφ 5, 28· βλ. και 33)]. Ο Φλάβιος Ιώσηπος λέει πως σε μερικές κοινότητες Εσσαίων επέτρεπαν το γάμο, αλλά μόνο και μόνο για την τεκνοποίηση… Μετά τη γέννηση του παιδιού, τις άφηναν να παραμείνουν στην υπηρεσία της κοινότητας, αλλά με την υποχρέωση να ντύνονται με αντρικά ρούχα, να μη θυμίζουν με τη συμπεριφορά τους το φύλο τους και να μιλούν όσο το δυνατόν λιγότερο [Θα πρέπει βέβαια εδώ να πούμε ότι ένα μέρος από τα χειρόγραφα του Κουμράν ‘μας δίνει την πληροφορία πως οι γυναίκες είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος στις συνεδριάσεις, να λένε τη γνώμη τους, κι ακόμα όταν υπήρχε ανάγκη, να μαρτυρούν στη δικαστική επιτροπή εναντίον του άνδρα τους...
Σε περίπτωση που ο άνδρας πέθαινε, η κοινότητα φρόντιζε για τη χήρα και τα ορφανά… Τα ίδια τα κείμενα που κατηγορούν τις γυναίκες, περιέχουν ένα πλήθος από προστατευτικούς νόμους γι’ αυτές”(Β 213). Ενώ όμως στα Εσσαϊκά κείμενα τούτο συμβαίνει κατ’ εξαίρεση, στα Χριστιανικά είναι ένα νέο καθεστώς η εξύψωση των γυναικών και η ισοτιμία τους με τούς άνδρες].
Μαγείρευαν φαγητό με ειδικό τρόπο, όπου εκτός από την αυστηρή εφαρμογή των παραδοσιακών διαιτητικών κανόνων που επιβάλλει ο νόμος του Μωϋσή είχαν προσθέσει και δικές τους απαγορεύσεις… “Ένας διωγμένος [από την κοινότητα] ήταν σαν καταδικασμένος σε θάνατο, γιατί, συνηθισμένος από χρόνια στα εξαγνισμένα φαγητά, ήταν αδύνατο να προσαρμοσθεί στο κοινό διαιτολόγιο Συχνά οι διωγμένοι πέθαιναν από την πείνα [Ο Χριστιανισμός αντίθετα, δεν επέβαλε ποτέ ειδικό διαιτολόγιο, εκτός από τις περιόδους νηστείας.
Και ειδικότερα: “Παρόλο που δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την ειδική τελετή [του εσσαικού βαπτίσματος] ξέρουμε πως το θεωρούσαν σαν το ανώτερο είδος του εξαγνισμού που μόνο οι μυημένοι στα μυστικά της κοινότητας είχαν το δικαίωμα να το απολαύσουν, ούτε επισκέπτες, ούτε υποψήφιοι, ούτε δόκιμα μέλη είχαν δικαίωμα να βαπτισθούν…Επαναλάμβαναν το βάπτισμα σε κανονικά χρονικά διαστήματα, πιθανότατα καθημερινά(Β 216). Ο κανόνας της Κοινότητας επιβάλλει το συχνό εξαγνισμό με το νερό, πριν από κάθε ιερουργία. Το υποψήφιο μέλος εξαγνίζεται με νερό στην τελική φάση της μυήσεώς του.
Όλα τα μέλη εξαγνίζονται με νερό, πριν φάνε, αφού φάνε, πριν εργασθούν, αφού εργασθούν, πριν προσευχηθούν, αφού προσευχηθούν. Άλλοτε πρόκειται για μερικό κι άλλοτε για ολικό βάπτισμα του σώματος αλλά πάντα η επαφή με το “καθαγιασμένο νερό εξηγείται σαν εξαγνισμός του πνεύματος του ανθρώπου, που μόνο έτσι μπορεί να φωτισθεί με την αληθινή ερμηνεία της νομοθεσίας και ν’ ακολουθήσει τον “άγιο” δρόμο του Θεού.
Πουθενά, όμως, στην Κ. Διαθήκη δεν αναφέρονται αυτές οι συνεχείς καθάρσεις. Έχουμε μάλιστα και μια σαφώς αρνητική τοποθέτηση τού Κυρίου απέναντι σε συνέχεις τέτοιες καθάρσεις, ακριβώς επειδή δεν συνοδεύονταν και από ηθική καθαρότητα: «Συνάγονται [ μαζεύονται] προς αυτόν οι Φαρισαίοι και τίνες των γραμματέων… και ιδόντες τινός των μαθητών αυτού κοιναίς χερσί [=μέ ακάθαρτα χέρια], τουτέστιν ανίπτοις [=δηλ. άπλυτα], εσθίοντας άρτους εμέμψαντο [κατηγόρησαν].
Οι γάρ Φαρισαίοι και πάντες οι Ιουδαίοι, εάν μη… νίψωνται τας χείρας ουκ εσθίουσι… και από αγοράς, εάν μη βαπτίσονται [=αν δεν βουτηχτούν ολόκληροι στο νερό], ουκ εσθίουσι [έχει την εντύπωση κάποιος ότι διαβάζει τυπικό των Εσσαίων] και άλλα πολλά εστίν α παρέλαβον κρατείν [=να τα φυλάσσουν], βαπτισμούς [:πλύσιμο με άφθονο νερό] ποτηριών και ξεστών [=μεγαλυτέρων σκευών] και χαλκίων [=χαλκωμάτων] και κλινών. Έπειτα επερωτώσιν αυτόν οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς διατί… ανίπτοις χερσί εσθίουσι τον άρτον;»(Μρ 7, 15).
Ο Χριστός λαμβάνει αφορμή για να μιλήσει περί της καθαρότητας της καρδιάς, χαρακτηρίζοντας τους καθαρμούς αυτούς όχι εντολή του Θεού, αλλά παράδοση των ανθρώπων (Μρ 7, 9). Και καταλήγει: «Ουδέν εστίν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον [=το οποίο εισάγεται] εις αυτόν, ο δύναται αυτόν κοινώσαι [=το οποίο μπορεί να τον καταστήση θρησκευτικώς ακάθαρτο]»(Μρ 7, 15).
Όπως σχολιάζει ο Θεοφύλακτος: «Ει το βρώμα [=η τροφή] ου μολύνει, πολλώ μάλλον [δεν μολύνει] το ανίπτοις χερσίν εσθίειν»(Τρεμπέλας, Υπόμνημα στο Μθ). Και ο Ζιγαβηνός: «Ούχ ο από των ανίπτων χειρών ρύπος [=βρωμιά] μετά των βρωμάτων εισερχόμενος εις το στόμα μιαίνει [=μολύνει] τον άνθρωπον»(στο ίδιο). Ο ίδιος μάλιστα ο Κύριος, όπως αναφέρει ο Ματθαίος, είπε στους Μαθητές Του ξεκάθαρα: «Το ανίπτοις χερσί φαγείν ού κοινοι τον άνθρωπον»(ΜΘ 15, 20).
Είναι νομίζουμε προφανής ο λόγος των συνεχών καθάρσεων των Φαρισαίων και των Εσσαίων: η φύση είναι μολυσμένη. Η αντίληψη όμως αυτή βρίσκει εκατό τοις εκατό αντιμέτωπο τον Κύριο καθώς και τους μαθητές Του, οι οποίοι όπως φαίνεται και από την Κ. Διαθήκη και από τη ζωή της Εκκλησίας δεν μάς παρέδωσαν τέτοιου είδους καθάρσεις, παρά μόνο μία: εκείνην τού ενός και μοναδικού για τον καθένα βαπτίσματος τού αναγκαίου για την είσοδο του στην Εκκλησία: «Μία πίστις, εν βάπτισμα»(Εφ 4, 5)• οι χριστιανοί είναι οι «άπαξ φωτισθέντες (=βαπτισθέντες)”(Εβρ 6, 4). Και διερωτάται εύλογα κανείς: “Αν ο Κύριος και οι Μαθητές Του ήσαν Εσσαίοι, γιατί απέρριψαν τις καθάρσεις αυτές, οι οποίες ήσαν, όπως είδαμε, αποδεκτές και από τους Γραμματείς και Φαρισαίους και συνεπώς θα τους εύρισκαν και αυτούς αντιμέτωπους στην πορεία τους;
Ας δούμε όμως τι λέει για τα διάφορα βαπτίσματα και ο καθηγητής Αθανάσιος Χαστούπης: «Το χριστιανικό βάπτισμα, όπως και το βάπτισμα του Ιωάννου, δεν πρέπει να συγχέεται με το βάπτισμα των Εσσαίων. Εκείνο γινόταν μία φορά, ενώ αυτό συνίστατο σε συνεχείς καθάρσεις… Αλλά και αν υποτεθεί ότι οι Εσσαίοι ξεχώριζαν την πρώτη από τις καθάρσεις ως το κατ’ εξοχήν βάπτισμα, θα αντιτάξουμε τη διαφορετική του σημασία από εκείνη τού άλλου. Με αυτό εισερχόταν κάποιος στην Κοινότητα της Διαθήκης [=στους Εσσαίους τού Qumran] χωρίς ιδιαίτερη σχέση προς το Διδάσκαλο της Δικαιοσύνης [το «παράλληλο» τού Κυρίου μας], ενώ με το χριστιανικό βάπτισμα [«εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγ. Πνεύματος»] εισερχόταν κάποιος στην Εκκλησία, ενδυόμενος το Χριστό, τού οποίου την αποδοχή παρεσκεύαζε το βάπτισμα τού Ιωάννου»(Χ 147). Επίσης στις Eσσαϊκές καθάρσεις το κάθε άτομο καθάριζε τον εαυτό του, ενώ στο Χριστιανικό και το Ιωάννειο βάπτισμα υπάρχει τελεσιουργός (ΘΗΕ 9. 375).
Και θα τελειώσουμε τα περί καθάρσεων αναγράφοντας μια σωστή παρατήρηση από το V. Messori: Και μόνο το γεγονός της περιπλοκότητος των καθάρσεων των Εσσαίων «θα ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μια αγεφύρωτη άβυσσος ανάμεσα στα μηνύματα τού Qumran και των Ευαγγελίων» (Υ 270).

Χριστός και Εσσαίοι (2)

«Οι άνθρωποι του Qumran πίστευαν ότι για να σωθεί ο άνθρωπος πρέπει ν’ αποχωριστή απόλυτα από τον υπόλοιπο κόσμο και τ’ αγαθά του… Η κοινότητα δεν αποστρέφεται τα υλικά αγαθά για να πετύχη μια ψυχική ανάταση και μια αμεσότερη επαφή με το Θεό, αλλ’ αποφεύγει όλα τα προϊόντα του κόσμου, γιατί τα θεωρεί μιασμένα και ακάθαρτα… Οποιοδήποτε αντικείμενο, ζώο ή ανθρώπινο πλάσμα έρχεται από τον έξω κόσμο, είναι μολυσμένο και μπορεί να βλάψει την “αγιοσύνη” του κοινοβίου»(Β 216).
Πόσο διαφορετική ως προς το θέμα αυτό είναι η τοποθέτηση της Κ. Διαθήκης! Θυμίζουμε ενδεικτικώς μερικά χωρία της: «Ουκ ερωτώ (=δεν σε παρακαλώ) ίνα άρης αυτούς (=να τους πάρης) εκ τού κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσεις αυτούς (=να τους προφύλαξης) εκ του πονηρού»(Ιω 17, 15). «Ου το εισερχόμενον εις το στόμα κοινοί (=καθιστά θρησκευτικώς ακάθαρτο) τον άνθρωπον, αλλά το εκπορευόμενον εκ του στόματος τούτο κοινοί τον άνθρωπον»(ΜΘ 15, 11). Ο Απόστολος Παύλος γράφοντας στο μαθητή του Τιμόθεο κατηγορεί τους αιρετικούς οι οποίοι εδίδασκαν την αποχή φαγητών, «α ο Θεός έκτισεν (=εδημιούργησε) εις μετάληψιν μετά ευχαριστίας (=διά να τρώ-γονται με ευχαριστία προς Αυτόν)»(Α’ 4, 3).
Και τους κατηγορεί, διότι «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον»(Α’ 4, 4). Ο ίδιος επίσης Απόστολος απευθυνόμενος στους Κορινθίους ως προς τη βρώση των ειδωλοθύτων, ζώων δηλ. πού είχαν θυσιασθή στα είδωλα, δεν αποτρέπει κατ’ αρχήν τη μετάληψί τους: «Περί της βρώσεως των ειδωλοθύτων οίδαμεν (=γνωρίζομεν) ότι ουδέν είδωλον (=κανένα δεν έχει πραγματική ύπαρξη) εν κοσμώ, και ότι ουδείς Θεός έτερος ει μη εις»(Α’ 8, 4).
«Το δόκιμο μέλος καθόταν στις συνεδριάσεις, αλλά δεν είχε δικαίωμα να πει τη γνώμη του, εκτός αν το ρωτούσαν. Δεν είχε δικαίωμα να τρώει από τις “εξαγνισμένες” τροφές [αντιπαραβάλατε τη στάση τού Ιησού και προς τους Μαθητές Του και προς τα πλήθη όσον αφορά τις ερωταποκρίσεις και τη συμμετοχή σε γεύματα]… ούτε μπορούσε ν’ αγγίξει [!] τα πραγματικά μέλη»(Β 215), διότι «και η απλή επαφή κάποιου μέλους προς ένα μεταγενέστερο απαιτούσε καθάρσιο λουτρό (Ιωσήπου, Ιουδ. Πόλεμος II, 8, 10) [έτσι συμπεριφέρονταν ο Χριστός και οι Απόστολοι;]»(Φ 429).
«Η κοινότητα τού Qumran δεν έκανε καμία προσηλυτιστική προπαγάνδα. Δεν προσπαθούσε ν’ αποκτήσει νέους οπαδούς. Ζούσε μέσα στην έρημο αποτραβηγμένη από τον κόσμο, γιατί τον θεωρούσε μολυσμένο από τις δυνάμεις τού Κακού»(Β 217• βλ. και 222). Νομίζουμε ότι είναι γνωστή σε όλους τόσο η αντίθετη προς αυτήν τακτική τού Κυρίου μας: «περιήγεν όλην την Γαλιλαία διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας »(Μθ 4, 23), όσο και η εντολή Του προς τους Μαθητές: «πορευθέντες μαθητεύσατε [=να κάμετε Χριστιανούς] πάντα τα έθνη»(ΜΘ 28, 19)• «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει»(Μρ 16, 15). Και οι Μαθητές βεβαίως, όπως μαρτυρούν οι Πράξεις και οι Επι στολές τους, με υπερβάλλοντα ζήλο εκήρυξαν το Ευαγγέλιο «εις πάσαν την γήν και εις τα πέρατα της οικουμένης»(Ρμ 10, 18).
Όπως πολύ σωστά γράφει ο καθηγητής Αγουρίδης: «Το χριστιανικό κήρυγμα και η χριστιανική θρησκεία έφερε μέσα της εξαρχής τα στοιχεία εκείνα πού της έδιναν οικουμενικότητα και την τηρούσαν σε μια απόσταση από τις ειδικές συνθήκες του περιβάλλοντος της… Ο εσσαϊσμός είχε… επαρχιώτικο χρώμα και πνεύμα. Το ιδανικό του ήταν η αποκατάσταση της κανονικής στο Ναό τάξεως, ένας Μεσσίας του Ααρών και ένας Μεσσίας τού Ισ-ραήλ, οι οποίοι θα αποκαθιστούσαν την ιδανική τάξη μεταξύ των Ιουδαίων…
Ο Εσσαϊσμός παρουσιάζεται σαν ένα είδος λιμανιού των δυσαρεστημένων από την κρατούσα στην Παλαιστίνη κατάσταση, και όλη ή διδασκαλία και η τάξη των κοινοτήτων τού Qumran εκφράζουν αυτό ακριβώς το αίσθημα. Ό,τι τους χα-ρακτηρίζει είναι έλλειψη μιας δημιουργικής προσπάθειας για αντιμετώπιση των ζητημάτων τού καιρού τους. Η έκφραση της δυσαρέσκειάς τους περιοριζόταν σε οραματισμούς και προφητείες και στην εξαγγελία της καταδίκης των αντιπάλων τους κάποτε στο μέλλον… Είχαν μέσα τους τρομερές δυνάμεις, πού φαίνονταν όταν τους προκαλούσε κάποιος- αλλιώτικα έμεναν κρυμμένες εκεί και αποκαραδοκούσες… Στην Κ. Διαθήκη αντίθετα, είναι προφανής η βούληση της μεταπλάσεως τού κόσμου, η αντίληψη της Βασιλείας τού Θεού σαν μέλλουσας να έλθει στην πληρότητά της, αλλά σαν από τώρα παρούσας στην πίστη και στη ζωή της Εκκλησίας»(Αγ. 346).
Είναι νομίζουμε προφανές, από την παραπάνω ανάλυση, ότι ήταν αδύνατο να συλληφθούν στο Qumran, στο κλειστό αυτό κύκλωμα εντός τού κλειστού Ισραήλ, ιδέες όπως εκείνη τού νέου Ισραήλ με μέλη απ’ όλα τα έθνη. Ούτε λοιπόν σ’ αυτό τον τομέα έχουμε πρότυπο τους Εσσαίους και αντιγραφείς το Χριστό και την Εκκλησία Του.
Το χάσμα, όμως, μεταξύ των δύο είναι εμφανέστερο στο θέμα τού μίσους:
«Το “Εγχειρίδιο Πειθαρχίας” των Εσσαίων τού Qumran, πού θεωρείται ένα από τα κείμενα με προηγμένη ηθική στον προχριστιανικό Ιουδαϊσμό, και από το οποίο, κατά τη γνώμη μερικών κριτικών, εμπνεύσθηκε η χριστιανική ηθική [αιωνίως κλέφτες εμείς οι Χριστιανοί, βλέπεις!], γράφει: [τα μέλη της Κοινότητος] “να αγαπούν όλους τους υιούς τού φωτός [=τούς ομοπίστους των]… και να μισούν όλους τους υιούς τού σκότους” [1, 9-10].
Φυσικά στους τελευταίους περιλαμβάνονταν όλοι εκείνοι, οι οποίοι δεν άνηκαν στο στενό εβραϊκό κύκλο. Ότι και στο Qumran γινόταν λόγος για αγάπη των εχθρών, ή έστω ακόμα ότι υπήρχε μια παρόμοια τάση, είναι κάτι πού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (L.Moraldi)»(Υ 249). Στο «Εγχειρίδιο Πειθαρχίας» βρίσκουμε και αλλού το μίσος εναντίον ανθρώπων: «[Ο συνετός] (πρέπει να έχει) αιώνιο μίσος κατά των ανδρών τού λάκκου»(9, 21-22).
Η τοποθέτηση όμως της Κ. Διαθήκης είναι εκ διαμέτρου αντίθετη: «Ηκούσατε ότι ερρέθη [=είπώθηκε] αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου [Ας σημειωθεί εδώ ότι το «μισήσεις τον εχθρόν σου» δεν απαντά ρητώς στην Π. Διαθήκη. Μήπως, λοιπόν, η φράση αυτή τού Κυρίου απηχεί το νόημα του πρώτου χωρίου της παραγράφου αυτής από το Εγχειρίδιο της Πειθαρχίας τού Qumran, το οποίο βέβαια ο Κύριος γνώριζε ως Θεός; Σε μια τέτοια περίπτωση ή στη συνέχεια προτροπή Του είναι μια έμμεση καταδίκη τού Εσσαϊκού πνεύματος:]
Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε [=εύχεσθε να έλθουν αγαθά στούς καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς»(ΜΘ 5, 44). «Εάν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν [=ταΐζέ τον], εάν διψά πότιζε αυτόν»(Ρμ 12, 20). «Ει δε τις ούχ υπακούει τω λόγω ημών… μη ως εχθρόν ηγείσθε [=μη τον θεωρείτε εχθρό], αλλά νουθετείτε ως αδελφόν»(Β’ Θεσ 3, 14-15). «Λοιδορούμενοι ευλογούμεν [=όταν μας βρίζουν, ευχόμαστε αγαθά γι' αυτούς]… βλασφημούμενοι παρακαλούμεν [=όταν μας συκοφαντούν, απαντούμε με πραότητα]»(Α’ Κορ 4, 12-13), ακολουθώντας τα βήματα του Κυρίου μας, «ος λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει»(Α’ Πετρ 2, 23).
Ας σημειώσουμε εδώ ότι η αμαρτία είναι εκείνη πού μας καθιστά εχθρούς προς το Θεό: «η φιλία του κόσμου [:της αμαρτίας], έχθρα του Θεού εστίν. Ος αν βουληθή φίλος είναι του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται»(Ιακ 4, 4). Και όμως «εχθροί όντες κατηλλάγημεν [=συμφιλιωθήκαμε] τω Θεώ διά τού θανάτου τού Υιού αυτού»(Ρμ 5, 10), αλλά και με όλη την ένσαρκο οικονομία Του ή οποία ήταν κάτι το πρωτοφανές λόγω της αγάπης Του προς τους αμαρτωλούς. «Όπως αναγνώρισε με τιμιότητα και ειλικρίνεια ο Εβραίος μελετητής Montefiore, “το γεγονός ότι (ο Ιησούς) αναζήτησε τον αμαρτωλό -αντί να τον αποφύγει σαν κακό σύντροφο-, τη φιλία του και την καθοδήγησή του στο δρόμο της σωτηρίας, υπήρξε κάτι το νέο στη θρησκευτική ιστορία”»(Υ 269). Σ’ αυτά, λοιπόν, τα βήματα αγάπης προς τους αμαρτωλούς, αλλά και προς τους προσωπικούς εχθρούς μας, καλούμαστε να βαδίσουμε εμείς οι Χριστιανοί σε αντίθεση με τους Εσσαίους.
Aπό το βιβλίο «Χριστός και Εσσαίοι» του Αρχιμ. Ιωάννη Κοστώφ.
http://redskywarning.blogspot.com/2010/04/2.html
 http://diktyoellinwn.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου